Φόβος Υπογλυκαιμίας στον Διαβήτη Τύπου 1: Πώς Επηρεάζει τη Ρύθμιση

Ο Φόβος της Υπογλυκαιμίας: Ένα σημαντικό εμπόδιο στη ρύθμιση του Διαβήτη Τύπου 1 και η αξία της σωστής ενημέρωσης και υποστήριξης.

fovos ypoglykaimias ston diaviti typou 1 pos epireazei ti rythmisi
Highlights
  • Τι είναι η Υπογλυκαιμία & Συμπτώματα: Εμφανίζεται όταν το σάκχαρο πέφτει κάτω από τα 70 mg/dl. Εκδηλώνεται με τρέμουλο, ιδρώτα, πείνα, ή και με εκνευρισμό, σύγχυση και θολή όραση.
  • Το Λάθος της «Υπερδιόρθωσης»: Από φόβο και πανικό, πολλοί ασθενείς καταναλώνουν υπερβολική ποσότητα φαγητού ή γλυκών αντί να εφαρμόσουν τον «κανόνα του 15», με αποτέλεσμα το σάκχαρο να εκτοξεύεται στα ύψη.
  • Παράλειψη Δόσεων Ινσουλίνης: Η αγωνία για τυχόν υπογλυκαιμία (ειδικά τη νύχτα ή εκτός σπιτιού) οδηγεί συχνά τους ασθενείς στο να μειώνουν ή να παραλείπουν τις δόσεις της ινσουλίνης που χρειάζονται.
  • Ψυχολογική Επιβάρυνση: Ο συνεχής φόβος προκαλεί άγχος, σωματική και ψυχική κόπωση, καθώς και επικίνδυνες αυξομειώσεις στο σάκχαρο που εμποδίζουν τη σωστή ρύθμιση του διαβήτη.
  • Η Σημασία της Εκπαίδευσης: Η λύση βρίσκεται στη συνεχή ενημέρωση του ασθενούς και της οικογένειάς του, καθώς και στη συνεργασία με τους γιατρούς για την κατανόηση και την αντιμετώπιση αυτών των φόβων.

Φόβος Υπογλυκαιμίας στον Διαβήτη Τύπου 1: Πώς Επηρεάζει τη Ρύθμιση

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 (ΣΔ1) είναι μια μορφή διαβήτη που οφείλεται στην αυτοάνοση καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος, τα οποία είναι υπεύθυνα για την παραγωγή ινσουλίνης, με άμεσο επακόλουθο την αυξημένη τιμή γλυκόζης στο αίμα και στα ούρα. Χαρακτηριστικά συμπτώματα της νόσου είναι η συχνή ούρηση (πολυουρία), το αυξημένο αίσθημα της δίψας (πολυδιψία), η αυξημένη όρεξη (πολυφαγία) και η ταυτόχρονη απώλεια βάρους. Η θεραπεία της νόσου βασίζεται στη χορήγηση ινσουλίνης, είτε με τη μορφή των καθημερινών πολλαπλών υποδόριων ενέσεων, είτε με τη μορφή της συνεχούς χορήγησης ινσουλίνης, μέσω των αντλιών ινσουλίνης, ενώ η μεταμόσχευση παγκρέατος βρίσκεται ακόμη σε πειραματικό στάδιο.

Οι ασθενείς με ΣΔ1 έχουν να διαχειριστούν μια σειρά καταστάσεων που περιπλέκουν αρκετά την καθημερινότητά τους και τους επιφορτίζουν με μεγαλύτερη αγωνία και άγχος. Η ρύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη απαιτεί τη διαχείριση πολλών συνδυασμένων παραγόντων: σωματικών, ιδιοσυστασιακών, διατροφικών, περιβαλλοντικών, συναισθηματικών. Για παράδειγμα, η υιοθέτηση πιο «υγιεινού» τρόπου ζωής, συστηματικής άσκησης και ισορροπημένης διατροφής πρέπει να συνδυαστεί με την «αντιστοιχία» υδατανθράκων και μονάδων ινσουλίνης. Το τελευταίο μάλιστα αποτελεί μια ιδιαίτερα στρεσογόνο διαδικασία για τους πάσχοντες αφού, δυστυχώς, ο γλυκαιμικός στόχος δεν επιτυγχάνεται πάντα, με συνέπεια να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος άγχους και ανασφάλειας για τους ίδιους. Η μεγαλύτερη όμως αγωνία και φόβος των ατόμων με ΣΔ1 είναι οι υπογλυκαιμίες. Υπογλυκαιμία είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία η τιμή της γλυκόζης αίματος μειώνεται σε επίπεδα <70 mg/dl και συνοδεύεται από αδρενεργικά συμπτώματα (τρόμος, εφίδρωση, αίσθημα πείνας) ή και νευρογλυκοπενικά (διαταραχή συμπεριφοράς, νευρικότητα, σύγχυση, διαταραχή όρασης) και ο ασθενής ανακουφίζεται άμεσα μετά την αντιμετώπισή της, δηλαδή με τη λήψη υδατανθράκων (η λεγόμενη τριάδα του Whipple).

Η υπογλυκαιμία είναι συνηθισμένη εκδήλωση σε άτομα που λαμβάνουν ινσουλίνη, ιδιαίτερα σε όσους βρίσκονται σε εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλινοθεραπείας. Η σημαντική πλευρά στο πρόβλημα της υπογλυκαιμίας αφορά στη δυνατότητα του πάσχοντος να την αντιλαμβάνεται και να την αντιμετωπίζει έγκαιρα (ελαφρά υπογλυκαιμία) ή στην ανάγκη να χρειάζεται για την αντιμετώπισή της τη βοήθεια άλλου ατόμου (σοβαρή υπογλυκαιμία). Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη σοβαρότητα της υπογλυκαιμίας και πόσο πολύ επηρεάζει την ποιότητα ζωής και την καθημερινότητα των ασθενών. Δεν είναι μόνο δύσκολη η κατάσταση αυτή καθ’ εαυτή, αλλά και ό,τι επακολουθεί μετά τη διόρθωσή της. Η δεινότητα των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας γεμίζει ανασφάλεια και προκαλεί πανικό στους ασθενείς. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην παραμένουν ψύχραιμοι ώστε να τη διορθώσουν σωστά, για παράδειγμα δεν εφαρμόζουν τον «κανόνα του 15» (15 γραμμάρια γλυκόζης και επανεκτίμηση της τιμής γλυκόζης σε 15 λεπτά). Αντίθετα, «υπερδιορθώνουν» με την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας γλυκόζης ή/και υδατανθράκων που απορροφώνται γρήγορα και σε συνδυασμό με την αντιρροπιστική δράση των ορμονών του stress του οργανισμού (κορτιζόλη, κατεχολαμίνες), οι τιμές γλυκόζης εκτινάσσονται σε υψηλά επίπεδα και δύσκολα επανέρχονται στα φυσιολογικά.

Έτσι, τα άτομα αρκετές φορές «ισορροπούν» ανάμεσα σε πολύ χαμηλές και πολύ υψηλές τιμές γλυκόζης, γεγονός που προκαλεί αναστάτωση στην καθημερινότητά τους, αλλά κυρίως δε βοηθά στον καλό γλυκαιμικό τους έλεγχο, με απώτερη επίπτωση τις μακροχρόνιες επιπλοκές του διαβήτη. Ο φόβος της υπογλυκαιμίας και των επακόλουθων αυτής της κατάστασης, κάνει τα άτομα με ΣΔ1 να χρησιμοποιούν κάθε μέσο ώστε να την αποφύγουν. Συνηθέστερα επιλέγουν να μειώσουν κατά πολύ τις μονάδες ινσουλίνης που χρειάζονται. Συνειδητά λοιπόν κάνουν λιγότερες μονάδες γευματικής από αυτό που αντιστοιχεί στο γεύμα που θα καταναλώσουν, ιδιαίτερα μάλιστα εάν βρίσκονται μακριά από το «ασφαλές» περιβάλλον του σπιτιού τους, αλλά και εάν είναι μόνοι τους, χωρίς βοήθεια, από τον φόβο και μόνο της ανεπίγνωστης (μη αντιληπτής) και σοβαρής υπογλυκαιμίας. Παράλληλα, αποφεύγουν κάποιες φορές να κάνουν προγευματική ινσουλίνη όταν η τιμή γλυκόζης είναι οριακή, παρόλο που ακολουθεί γεύμα πλούσιο σε υδατάνθρακες, με τη δικαιολογία της ενδεχόμενης υπογλυκαιμίας. Η μεγαλύτερη όμως αγωνία τους είναι τα υπογλυκαιμικά επεισόδια που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια της νύχτας. Η ανησυχία του ότι δεν θα την αντιληφθούν οι ίδιοι ή οι οικείοι τους, δεν θα αφυπνιστούν εγκαίρως και η πιθανότητα να πέσουν σε κωματώδη κατάσταση τούς ωθεί να μειώσουν κατά πολύ τις μονάδες της βασικής ινσουλίνης.

Η αγωνία των ατόμων με ΣΔ1 για εκδήλωση υπογλυκαιμίας, ο φόβος να βιώσουν τα συμπτώματά της και περισσότερο η πιθανότητα της ανεπίγνωστης ή και σοβαρής υπογλυκαιμίας με ενδεχόμενο να μείνουν αβοήθητοι τους τρομάζει και τους κάνει ψυχαναγκαστικούς και υποχόνδριους. Υποβάλλονται σε αρκετές αυτομετρήσεις σακχάρου κατά τη διάρκεια της ημέρας για να αντιμετωπίσουν εγκαίρως μια ανάλογη κατάσταση, γεγονός που τους φθείρει σωματικά και ψυχικά και από ένα σημείο και μετά δεν κάνουν τις απαραίτητες, για την καθημερινή τους επιβίωση, ενέργειες.

Παράλληλα, παραλείπουν γευματικές κυρίως ινσουλίνες με αποτέλεσμα πολύ υψηλά σάκχαρα μεταγευματικά, και στη συνέχεια διορθωτικές μονάδες για να βελτιώσουν τις τιμές τους. Αποτέλεσμα να επικαλύπτονται δόσεις ινσουλίνης και η πιθανότητα υπογλυκαιμίας να γίνεται ακόμη πιο μεγάλη. Όλες οι παραπάνω ενέργειες έχουν σαν αποτέλεσμα την κακή γλυκαιμική ρύθμιση και διαχείριση του διαβήτη. Τι μπορούμε να κάνουμε όμως για να βελτιωθεί ή και να εξα- λειφθεί αυτός ο φόβος; Η απάντηση είναι η σωστή και συνεχής ενημέρωση, τόσο των ασθενών, όσο και του περιβάλλοντός τους. Χρειάζεται η συνεχής υπενθύμιση των συμπτωμάτων της υπογλυκαιμίας και κυρίως του τρόπου διόρθωσής της. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να αφιερώνουμε χρόνο στον ασθενή, να καταλάβουμε τις υπογλυκαιμίες του (πότε τις κάνει, πόσο σοβαρές είναι, πώς τις διορθώνει , τί λάθος κάνει) αλλά και να συμμεριστούμε τους φόβους του. Οφείλουμε να τον καθησυχάσουμε και μαζί να προσπαθήσουμε να βρούμε λύσεις. Η εκπαίδευση του ατόμου με ΣΔ1 είναι συνεχής και μακροχρόνια. Τίποτα δεν είναι δεδομένο.

Πρέπει να αφουγκραζόμαστε τις αγωνίες του και να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τους προβληματισμούς του. Μόνο με τη συνεργασία και την αμοιβαία εκτίμηση και εμπιστοσύνη θα μπορέσουμε να πετύχουμε τον κοινό στόχο που είναι η καλή γλυκαιμική ρύθμιση και η βελτίωση της ποιότητας ζωής του.

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Ειδικευόμενη Ενδοκρινολόγος Ενδοκρινολογική Κλινική, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας
Δεν υπάρχουν Σχόλια