Αυτοέλεγχος Σακχάρου: Γιατί Είναι Κρίσιμος στη Ρύθμιση του Διαβήτη
Η έγκαιρη διάγνωση και η τακτική παρακολούθηση των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη από τους ειδικούς αποτελούν τον μοναδικό ασφαλή τρόπο για την αποφυγή των σοβαρών επιπλοκών του διαβήτη. Ο αυστηρός έλεγχος του σακχάρου μπορεί να καθυστερήσει ή και να αποτρέψει την εμφάνιση των επιπλοκών. Η εμφάνιση των σακχαρομέτρων έδωσε την ευκαιρία στα άτομα με διαβήτη να αναλάβουν οι ίδιοι να μετρούν το σάκχαρο στο αίμα τους και να παρακολουθούν τη γλυκαιμική τους ρύθμιση.
Τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη, μετά από κατάλληλη εκπαίδευση και σε συνεργασία με τον γιατρό τους, μπορούν και πρέπει να συμμετέχουν ενεργά στη διαχείριση του διαβήτη τους. Η συμμετοχή των ιδίων των ατόμων με διαβήτη στη διαχείριση της υγείας τους επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου και συμβάλλει στην προστασία από τις επιπλοκές. Βέβαια η συμμετοχή αυτή είναι αποτελεσματική και επιτυχής μόνον όταν τα άτομα γνωρίζουν ποιες ακριβώς ενέργειες πρέπει να κάνουν σε κάθε περίπτωση. Η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία υποστηρίζει ότι τα άτομα που έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα και γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίζουν και να διαχειρίζονται τον διαβήτη τους, διατρέχουν 4 φορές μικρότερο κίνδυνο για την εμφάνιση επιπλοκών, σε σχέση με τα άτομα που δεν είναι εκπαιδευμένα.
Η διαφορά ανάμεσα στην παραδοσιακή εκπαίδευση και στην εκπαίδευση που στοχεύει στην αυτοδιαχείριση, είναι ότι πέρα από τις γνώσεις και τις πληροφορίες σχετικά με τον σακχαρώδη διαβήτη, παρέχονται εφόδια και καλλιεργούνται συμπεριφορές και δεξιότητες ικανές να συμβάλλουν στην επίλυση προβλημάτων.
Ο ρόλος της αυτομέτρησης περιλαμβάνει, εκτός από τη διαδικασία της μέτρησης επιπλέον την καταγραφή και αξιολόγηση της τιμής του σακχάρου και τέλος, την ανάλογη θεραπευτική προσαρμογή, εάν αυτό απαιτείται. Η εκπαίδευση για αυτοέλεγχο περιλαμβάνει τα παρακάτω:
- Οδηγίες για τη σωστή χρήση του μετρητή
- Γνώση των φυσιολογικών, των υψηλών και των χαμηλών τιμών της γλυκόζης
- Προσαρμογή της διατροφής, άσκησης ή και φαρμακευτικής αγωγής ανάλογα με τις τιμές
- Επιβεβαίωση για την ορθότητα της προηγούμενης ενέργειας με επανάληψη της μέτρησης του σακχάρου.
Επειδή το αποτέλεσμα της αυτομέτρησης εξαρτάται από τη συσκευή του σακχαρομέτρου και από τον χρήστη, θεωρείται σημαντικό να ελέγχεται από τον επαγγελματία υγείας σε κάθε επίσκεψη, τόσο η ακρίβεια του μετρητή όσο και η τεχνική της μέτρησης. Επίσης είναι σημαντικό να γίνεται συζήτηση για τα αποτελέσματα και να επισημαίνονται τυχόν παραλείψεις ή λανθασμένες ενέργειες που έγιναν. Το όφελος που προκύπτει από τη συζήτηση είναι σημαντικό.
Σχετικά με τη συχνότητα του αυτοελέγχου, φαίνεται ότι για τα άτομα που είναι σε εντατικό σχήμα ινσουλινοθεραπείας, δηλαδή 3-4 ενέσεις ινσουλίνης την ημέρα, ή αντλία συνεχούς υποδόριας χορήγησης ινσουλίνης, το θέμα είναι ξεκαθαρισμένο. Τα άτομα αυτά πρέπει να μετρούν το σάκχαρο στο αίμα τους πριν και μετά από τα γεύματα και πριν από τον ύπνο. Επιπλέον μετρήσεις απαιτούνται πριν από τη σωματική άσκηση και όταν υπάρχουν συμπτώματα υπογλυκαιμίας. Αυτό σημαίνει 6-10 μετρήσεις την ημέρα. Η αξία του αυτοελέγχου δεν υποστηρίζεται σθεναρά, για τα άτομα που λαμβάνουν μόνον βασική ινσουλίνη ή λαμβάνουν δισκία. Ειδικά για τους ασθενείς που δεν λαμβάνουν ινσουλίνη, υπάρχει σημαντική αμφισβήτηση σχετικά με την αξία του συχνού αυτοελέγχου, λαμβανομένου υπόψη και του κόστους.
Μεγάλη μετα-ανάλυση έδειξε ότι τα άτομα που έκαναν συχνές μετρήσεις μείωσαν την HbA1c κατά 0,25% το πρώτο εξάμηνο. Μετά όμως από 12 μήνες η HbA1c επανήλθε στην αρχική της τιμή. Θα μπορούσε κανένας να υποστηρίξει ότι στις περιπτώσεις του μη ινσουλινοθεραπευμένου σακχαρώδη διαβήτη ο αυτοέλεγχος εξατομικεύεται. Έτσι σε περιπτώσεις ασταθούς σακχαρώδη διαβήτη, με μεγάλες και απρόβλεπτες διακυμάνσεις, σε άτομα με HbA1c > 8%, στην κύηση και σε αλλαγές της αντιδιαβητικής αγωγής απαιτούνται τακτικές μετρήσεις. Βέβαια σε άτομα που έχουν σταθερές τιμές σακχάρου με μικρές διακυμάνσεις, απαιτούνται αραιές μετρήσεις 1-2 φορές την εβδομάδα. Θα μπορούσε άραγε η HbA1c να δώσει τις απαιτούμενες πληροφορίες και να αντικαταστήσει τον συχνό αυτοέλεγχο;
Η HbA1c μας πληροφορεί για τον μέσο όρο του σακχάρου των τελευταίων 2-3 μηνών, αλλά δεν μας δίνει πληροφορίες σχετικά με τις διακυμάνσεις της γλυκόζης και τις υπογλυκαιμίες. Ο ρόλος του αυτοελέγχου και των συχνών μετρήσεων θεωρείται πολύ σημαντικός και κατά τη γνώμη του γράφοντα αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της παρακολούθησης του διαβήτη, τουλάχιστον προς το παρόν. Ένα από τα μειονεκτήματα του αυτοελέγχου κυρίως σε μη ινσουλινοθεραπευόμενους ασθενείς, είναι το άγχος και η ανησυχία που μπορεί να δημιουργήσει σε κάποια άτομα. Η δυσμενής αυτή ψυχολογική κατάσταση, μπορεί να οφείλεται στη δυσκολία επίτευξης των γλυκαιμικών στόχων, παρόλη την προσπάθεια που καταβάλλουν κάποια άτομα. Εκτός βέβαια από αυτό, το κόστος των ταινιών και των σκαρφιστήρων, εξακολουθεί να αποτελεί ένα θέμα.
Υπάρχουν όμως αρκετά δεδομένα, που υποστηρίζουν ότι οι καλύτερα ρυθμισμένοι ασθενείς -και φυσικά τέτοιοι ασθενείς είναι και αυτοί που κάνουν αυτοέλεγχοστοιχίζουν τελικά λιγότερο από τους αρρύθμιστους ασθενείς. Η αξιοπιστία και η ακρίβεια των σακχαρομέτρων αποτελεί ένα άλλο σημαντικό θέμα. Έχουν θεσπιστεί αυστηρές προδιαγραφές έτσι ώστε να καλύπτουν με αξιοπιστία τις ανάγκες των ασθενών. Οι σύγχρονες συσκευές μέτρησης σακχάρου πρέπει να καλύπτουν τα πρόσφατα standards ακρίβειας των μετρήσεων, όπως έχουν οριστεί το 2013 (ISO: 15197: 2013), σύμφωνα με τα οποία 95% των μετρήσεων είναι οι εξής:
- Για τιμές σακχάρου αίματος <100 mg/dl, θα πρέπει να έχουν μέχρι ± 15 mg/dl, το πολύ απόκλιση από τις αντίστοιχες τιμές του εργαστηρίου αναφοράς.
- Για τιμές σακχάρου αίματος >100 mg/dl, θα πρέπει να έχουν μέχρι ± 15%, το πολύ απόκλιση από τις αντίστοιχες τιμές του εργαστηρίου αναφοράς.
Όλα τα σακχαρόμετρα τα οποία συστήνονται από τους ειδικούς για τον αυτοέλεγχο των ασθενών, θα πρέπει να καλύπτουν τα παραπάνω κριτήρια αξιοπιστίας και ακρίβειας των μετρήσεων.
Συμπερασματικά, η αυτοδιαχείριση αποτελεί απαραίτητο θεραπευτικό μέσο για την αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη. Η ενεργός συμμετοχή του ίδιου του ασθενή, πέρα από τις μετρήσεις του σακχάρου, αφορά σε άλλα επίπεδα της καθημερινότητας, όπως είναι οι διατροφικές επιλογές, η τήρηση και η σωστή λήψη της φαρμακευτικής αγωγής, το πρόγραμμα σωματικής άσκησης, η παρακολούθηση του σωματικού βάρους, αλλά και η διαρκής επαγρύπνηση για έγκαιρη αναγνώριση πρώιμων σημείων μακροχρόνιων επιπλοκών του διαβήτη.
Η αυτομέτρηση του σακχάρου αίματος αποτελεί τη μοναδική ασφαλή μέθοδο για την αναγνώριση της υπεργλυκαιμίας και της υπογλυκαιμίας. Η αυτομέτρηση ελέγχει την αποτελεσματικότητα της θεραπείας, αλλά έχει πραγματική αξία μόνον όταν συνδυάζεται με την κατάλληλη εκπαίδευση. Το εκπαιδευμένο άτομο μπορεί να αξιολογήσει τις τιμές του σακχάρου σωστά και να κάνει τις κατάλληλες προσαρμογές στην αγωγή του, όταν βέβαια αυτό απαιτείται.

