Ινσουλίνη Icodec: Μία Ένεση την Εβδομάδα για τον Διαβήτη Τύπου 2
Πολλοί άνθρωποι με διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) είναι απρόθυμοι να ξεκινήσουν θεραπεία με ινσουλίνη λόγω της ανάγκης για καθημερινές ενέσεις. Αυτή η αυθόρμητη ανθρώπινη συμπεριφορά οδήγησε τους ερευνητές στο να αναζητήσουν τροποποιημένα μόρια ινσουλίνης (ανάλογα ινσουλίνης) που θα απέτρεπαν την καθημερινή ένεση.
Ένα τέτοιο μόριο ινσουλίνης, με την ονομασία icodec, δημιούργησε η εταιρεία Novo Nordisk και πρόσφατα στο Συνέδριο της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας ανακοινώθηκαν ενθαρρυντικά αποτελέσματα.
Η ινσουλίνη icodec συνδέεται στο αίμα με τη φυσική πρωτεΐνη λευκωματίνη και έτσι δημιουργείται μια κυκλοφορούσα δεξαμενή της ινσουλίνης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυτό δίνει τη δυνατότητα η ένεση της ινσουλίνης να γίνεται μία φορά την εβδομάδα και να καλύπτει στο διάστημα αυτό τις βασικές ανάγκες του οργανισμού σε ινσουλίνη.
Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της ινσουλίνης icodec μελετήθηκε σε σύγκριση με τη γλαργινική ινσουλίνη σε 242 ασθενείς με ΣΔ2 και γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (A1c) από 7-9,5% που τυχαία ταξινομήθηκαν σε δύο ομάδες. Οι συμμετέχοντες ήταν μέσης ηλικίας 59,6 ετών, είχαν διάρκεια διαβήτη 9,7 ετών και 56,3% αυτών ήταν άνδρες. Η μέση τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης ήταν συνολικά 8% και η γλυκόζη αίματος νηστείας ήταν 181 mg/dL. Μεταξύ των δύο ομάδων δεν υπήρχε σημαντική διαφορά στις παραπάνω παραμέτρους. Η μία ομάδα έλαβε το ανάλογο ινσουλίνης icodec μία φορά την εβδομάδα και η άλλη ομάδα γλαργινική ινσουλίνη μία φορά την ημέρα.
Την 26η εβδομάδα μετά την έναρξη της μελέτης η μέση τιμή της A1c μειώθηκε στο 6,7% για το ανάλογο ινσουλίνης icodec και 6,9% για τη γλαργινική ινσουλίνη, ελάττωση συγκρίσιμη στατιστικά ανάμεσα στις δύο ινσουλίνες αλλά σημαντική σε σύγκριση με τα προ της έναρξης της αγωγής επίπεδα.
Τα ποσοστά των ασθενών που την εβδομάδα 26 πέτυχαν επίπεδα A1c <7% ήταν 72% και 68% και A1c ≤ 6,5% 49% και 39% για το icodec και τη γλαργινική ινσουλίνη, αντίστοιχα, που όμως δεν διέφεραν σημαντικά. Τα επίπεδα γλυκόζης αίματος νηστείας ήταν σχεδόν ταυτόσημα στις 26 εβδομάδες, 58 mg/dL με icodec και 54 mg/dL με γλαργινική ινσουλίνη, αντίστοιχα. Ωστόσο, υπήρξε μια σημαντική διαφορά υπέρ του icodec στις αυτο-μετρήσεις της γλυκόζης στο αίμα με σημαντική διαφορά στη μέση τιμή γλυκόζης κατά την αυτο-παρακολούθηση. Αυτό αποδόθηκε σε χαμηλότερα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης 90 λεπτά μετά το πρωινό και το μεσημεριανό γεύμα.
Οι συνολικές δόσεις ινσουλίνης ανά εβδομάδα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 εβδομάδων θεραπείας με icodec έναντι της γλαργινικής ινσουλίνης ήταν, αντίστοιχα, 229 έναντι 284 μονάδες με σημαντική τη διαφορά.
Αμφότερες οι ινσουλίνες συνοδεύτηκαν από, τη συνήθη, αύξηση στο βάρος σώματος που ήταν συγκρίσιμη, 1,5 kg και 1,6 kg, αντίστοιχα.
Η υπογλυκαιμία είναι μια συνήθης επίπτωση από τη χρήση ινσουλίνης. Στην περίπτωση της μελέτης αυτής, τα ποσοστά από τη χρήση του ανάλογου icodec έναντι της γλαργινικής ινσουλίνης ήταν για την ήπια υπογλυκαιμία 53,6% έναντι 37,7%, τη μέτρια ή την κλινικά σημαντική 16% έναντι 9,8%. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων σε μέτρια ή κλινικά σημαντική υπογλυκαιμία δεν ήταν στατιστικά σημαντική και η διάρκεια της υπογλυκαιμίας δεν ήταν μεγαλύτερη με το icodec σε σύγκριση με τη γλαργινική ινσουλίνη παρά τη μεγαλύτερη διάρκεια δράσης της πρώτης.
Τα δεδομένα αυτής της μελέτης είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και φυσικά αναμένονται τα αποτελέσματα της φάσης III αξιολόγησης αυτού του μορίου. Εφόσον αυτά επιβεβαιωθούν, μάλλον θα διαφοροποιήσουν τη θεραπευτική προσέγγιση των ατόμων με ΣΔ2.

