Διαβήτης Τύπου 1, Σχολική Επίδοση και Εργασία: Τι Δείχνουν οι Μελέτες
Στην αντιμετώπιση του παιδιού και του εφήβου με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 (ΣΔ1) στοχεύουμε όχι μόνο στην καλή ρύθμιση και σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο ποιότητας ζωής, αλλά και στην επίτευξη στόχων όπως αντανακλώνται στη μόρφωση και την επαγγελματική ενασχόληση. Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα κατά πόσο ακαδημαϊκές επιδόσεις και επαγγελματική αποκατάσταση είναι διαφορετικά σε άτομα με ΣΔ1 σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Η εντύπωση που έχουμε είναι ότι τα άτομα με ΣΔ1, που εκδηλώνεται στην παιδική και εφηβική ηλικία, δεν έχουν διαφορετικές επιδόσεις στο σχολείο σε σύγκριση με άτομα χωρίς ΣΔ1 και ότι το ίδιο ισχύει για τις πανεπιστημιακές σπουδές. Πόσο όμως τεκμηριώνεται μια τέτοια εντύπωση; Σχετικά δεδομένα, κατά τεκμήριο πολύ χρήσιμα, εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχουν για την Ελλάδα. Θα παραθέσω, ως εκ τούτου, δεδομένα από διάφορες ερευνητικές εργασίες από τη διεθνή βιβλιογραφία, που προέρχονται από διάφορες χώρες και κυρίως περιλαμβάνουν σημαντικό αριθμό ατόμων. Θα παρατεθούν τα αποτελέσματα χωριστά για κάθε εργασία γιατί δεν είναι ομοιόμορφα και ο σχεδιασμός τους διαφέρει σημαντικά, όπως και η χώρα προέλευσης.
Bergers J και συν. (1999 – Ολλανδία) Στόχος της μελέτης ήταν η διαπίστωση τυχόν προβλημάτων στην αγορά εργασίας για άτομα με ΣΔ1, ηλικίας 20-34 ετών, που εκδήλωσαν ΣΔ1 στην παιδική ηλικία. Η μελέτη βασίστηκε στις απαντήσεις που έδωσαν οι συμμετέχοντες στη μελέτη σε σχετικό ερωτηματολόγιο. Απεστάλησαν 5.987 ερωτηματολόγια και απαντήθηκαν 4.300 (ικανοποιητικό ποσοστό απαντήσεων). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η παρουσία ΣΔ1 δεν μείωσε τις ευκαιρίες εισόδου στην αγορά εργασίας αν και ορισμένο είδος εργασίας δεν προσφερόταν για άτομα με ΣΔ1. Δεν διαπιστώθηκε μεγαλύτερη ανεργία στην ομάδα ΣΔ1 σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.
McCarthy και συν. (2003 – ΗΠΑ) Εξετάστηκε η ακαδημαϊκή επίδοση σε 244 παιδιά με ΣΔ1 ηλικίας 8-18 ετών που προέρχονταν από διάφορα διαβητολογικά κέντρα των ΗΠΑ. Τα παιδιά αυτά συγκρίθηκαν με ανάλογο αριθμό αδελφών καθώς και συμμαθητών. Ως δείκτες ακαδημαϊκής επίδοσης χρησιμοποιήθηκαν η επίδοση στα μαθηματικά, την ανάγνωση, καθώς και μια σύνθετη βαθμολογία μεταξύ των ατόμων με ΣΔ1 σε σύγκριση με τις δύο ομάδες των μαρτύρων (αδέλφια και συμμαθητές). Μάλιστα, τα παιδιά με ΣΔ1 εκτέλεσαν τις δοκιμασίες καλύτερα από ό,τι τα αδέλφια τους στα μαθηματικά και τη σύνθετη βαθμολόγηση και καλλίτερα απ’ ό,τι οι συμμαθητές τους στην ανάγνωση. Όταν τα άτομα με ΣΔ1 διαχωρίστηκαν σε ομάδες με κριτήριο το επίπεδο ρύθμισης του ΣΔ1 υπήρχε μια τάση χαμηλότερων επιδόσεων στα παιδιά που δεν είχαν καλή ρύθμιση.
Milton B και συν. (2006, ανασκόπηση) Έγινε ανασκόπηση των μέχρι τότε βιβλιογραφικών δεδομένων που σχετίζονταν με τις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις του ΣΔ1 διαχρονικά στο διάβα της ζωής τους. Ειδικότερα, στην εργασία αυτή επιχειρήθηκε μια ανάλυση των δεδομένων που αφορούσαν σε εκπαίδευση, επαγγελματική ενασχόληση και έσοδα κατά την ενήλικη ζωή. Στην ανάλυσή τους αναφέρουν ότι στις περισσότερες μελέτες, που αφορούσαν σε επιτεύγματα, δεν διαπιστώθηκαν διαφορές μεταξύ παιδιών με ΣΔ1 και μαρτύρων. Εντούτοις κακή ρύθμιση του ΣΔ, μεγαλύτερη διάρκεια διαβήτη και επεισόδια βαριάς υπογλυκαιμίας συνοδεύονταν από χαμηλότερα ακαδημαϊκά επιτεύγματα.
Φάνηκε όμως ότι άτομα με ΣΔ1 μπορεί να συναντήσουν κάποια προβλήματα στην επαγγελματική τους ζωή, όπως και να έχουν λιγότερα έσοδα στην ενήλικη ζωή σε σύγκριση με άτομα χωρίς ΣΔ.
Parent KB και συν. (2009 – ΗΠΑ) Στην εργασία αυτή οι δάσκαλοι βαθμολόγησαν 95 μαθητές, ηλικίας 11,8±3,8 έτη με ΣΔ1 και 95 αδέλφια τους. Διαπίστωσαν ότι η ομάδα των ατόμων με ΣΔ1 είχε χαμηλότερες ακαδημαϊκές δεξιότητες απ’ ό,τι τα αδέλφιά τους. Σημειώνεται ότι παιδιά σε εντατικό πρόγραμμα ρύθμισης είχαν καλλίτερες επιδόσεις, που περιελάμβαναν και τα μαθηματικά.
Wennick A και συν. (2011 – Σουηδία) Μελετήθηκαν 20.670 άτομα από τα οποία 106 είχαν ΣΔ1, που εκδηλώθηκε πριν από την ηλικία των 19 ετών και κατά τη διεξαγωγή της έρευνας ήταν ηλικίας 19-38 ετών. Διαπιστώθηκε ότι ο ΣΔ1 στην παιδική ηλικία συνοδεύεται από χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο καθώς και επίπεδο εργασίας, όπως το εκτίμησαν τα ίδια τα άτομα, και συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι πλέον μορφωμένα άτομα ανέφεραν καλλίτερο επίπεδο υγείας. Επομένως πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια για επίτευξη υψηλότερου επιπέδου εκπαίδευσης στα άτομα με ΣΔ1, που εκδηλώνεται στην παιδική ηλικία.
Semenkouich K και συν. (2016 – ΗΠΑ) Εφαρμόζοντας διάφορες σχετικές δοκιμασίες, εξέτασαν ακαδημαϊκές δυνατότητες σε 61 άτομα με ΣΔ1, ηλικίας 9-22 ετών, με διάρκεια διαβήτη 5-17,7 έτη ετών και σε 26 μάρτυρες ηλικίας 9-22 ετών. Διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με ΣΔ1 είχαν μεν χαμηλότερο λεκτικό πηλίκο αλλά δεν διέφεραν στο διαστηματικό πηλίκο και τις ακαδημαϊκές δυνατότητες όπως υπολογισμός και ορθογραφία. Διαπιστώθηκε επίσης ότι τα αγόρια με ΣΔ1 και παρατεταμένες περιόδους υπεργλυκαιμίας μειονεκτούσαν στην ορθογραφία.
Persson S και συν. (2013 – Σουηδία) Η μελέτη περιελάμβανε 2.485 άτομα με ΣΔ1 που διαγνώστηκε σε ηλικία <15 ετών και 9.940 μάρτυρες από τον γενικό πληθυσμό. Αναλύθηκε η επίδραση του ΣΔ1 στη σχολική βαθμολογία στην ηλικία των 16 ετών (υποχρεωτική εκπαίδευση) και 19 ετών (ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) καθώς και η συμμετοχή στην αγορά εργασίας σε ηλικία 29 ετών. Ο διαβήτης είχε αρνητική επίδραση στη βαθμολογία και μικρότερη πιθανότητα επαγγελματικής ενασχόλησης. Πρέπει όμως να σημειωθεί, όπως σχολιάζεται από άλλον ερευνητή, ότι οι διαφορές ήταν μικρές και η πρακτική τους σημασία είναι αμφισβητήσιμη.
Επιπλέον τονίζεται ότι τα ευρήματα που διαπιστώνονται σε μια χώρα μπορεί να μην ισχύουν σε άλλες χώρες.
Lourn Ι και συν. (2017 – Σουηδία) Η εργασία περιελάμβανε 2.756 άτομα με ΣΔ1 και 10.020 άτομα χωρίς ΣΔ από τον γενικό πληθυσμό. Εξετάσθηκε το ερώτημα κατά πόσο ένα πρόβλημα υγείας όπως η εκδήλωση ΣΔ1 νωρίς στη ζωή μπορεί να μειώσει τα συνολικά κίνητρα για μόρφωση ή να δημιουργήσει κίνητρα για επιλογή μορφωτικού πεδίου στο οποίο εμπειρίες από τον ΣΔ1 και την αντιμετώπισή του θα αποτελέσουν πλεονέκτημα αντί μειονέκτημα. Συγκεκριμένα, εξετάσθηκε κατά πόσο η επιλογή του επιστημονικού πεδίου στις ανώτερες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση επηρεάζονται από τον ΣΔ1. Σχετικά με την ανώτερη δευτεροβάθμια εκπαίδευση δεν προέκυψαν ενδείξεις ότι ο ΣΔ επηρεάζει τις επιλογές ως προς την εκπαίδευση ή το επάγγελμα.
Στην ανάλυση των δεδομένων πανεπιστημιακού επιπέδου συγκρίνοντας άτομα με και χωρίς ΣΔ1 δεν διαπιστώθηκαν διαφορές στην παρακολούθηση των ανωτέρων βαθμίδων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Όμως μικρότερο ποσοστό σπουδαστών με διαβήτη επέλεξαν να παρακολουθήσουν πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Στην ίδια εργασία διαπιστώνεται ότι ο ΣΔ1 αυξάνει την πιθανότητα επιλογής επαγγέλματος υγείας τόσο για γυναίκες όσο και για άντρες. Ενδεχομένως, οι εμπειρίες και το γνωσιολογικό πλαίσιο από τη συμβίωση με τον ΣΔ1 εκλαμβάνονται ως προσόν, που προσφέρει καλλίτερη διείσδυση στο εργασιακό πεδίο.
Υποστηρίζεται ότι η συνύπαρξη με τον ΣΔ1 νωρίς στη ζωή ενός ατόμου μπορεί να δημιουργεί εμπειρίες-πλεονέκτημα για την επιλογή και ολοκλήρωση εκπαιδευτικής διαδικασίας σε πεδία προσανατολισμένα στην υγεία, τόσο στις ανώτερες τάξεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, όσο και στο πανεπιστημιακό επίπεδο.
Persson S και συν. (2018 – Σουηδία) Στη μελέτη αυτή περιελήφθησαν 4.159 άτομα με ΣΔ1 και 16.983 άτομα χωρίς ΣΔ1 από τον γενικό πληθυσμό, που χρησιμοποιήθηκαν ως μάρτυρες. Μελετήθηκε η επίδραση του ΣΔ1 που εκδηλώθηκε στην παιδική ηλικία, σε άτομα που, κατά τον χρόνο συλλογής των δεδομένων, ήταν ηλικίας 30-50 ετών. Διαπιστώθηκε ότι ο ΣΔ1 που εκδηλώθηκε στην παιδική ηλικία είχε αρνητική επίπτωση στην εργασιακή ενασχόληση, και το οικονομικό κέρδος ήταν μειωμένο κατά -6% για τις γυναίκες και -8% για τους άνδρες. Οι κυριότεροι παθογενετικοί παράγοντες ήταν το επίπεδο υγείας στην ενήλικο ζωή και το πεδίο εργασίας.
Hakkarainen P και συν. (2017 – Φινλανδία) Η μελέτη αυτή αφορούσε σε 767 εργαζόμενους με ΣΔ1. Τα ευρήματα συγκρίθηκαν με εκείνα ατόμων από τον γενικό πληθυσμό της Φινλανδίας. Διαπιστώθηκε ότι 2 από τα 3 άτομα με ΣΔ1 που ανήκαν στο εργατικό δυναμικό ήταν εργαζόμενοι. Το ποσοστό αυτό είναι μόνο 10% κατώτερο από εκείνο του γενικού πληθυσμού της Φινλανδίας. Μεταξύ των ατόμων με ΣΔ1 που ανήκαν στο εργατικό δυναμικό απασχολούνται σε ποσοστό 82% έναντι παρόμοιου ποσοστού (84%) απασχόλησης που ισχύει για τον γενικό πληθυσμό της Φινλανδίας. Οι εργαζόμενοι με ΣΔ1 εκτίμησαν οι ίδιοι ότι υστερούσαν ελαφρώς ως προς το επίπεδο υγείας.
Είναι αξιοσημείωτο ότι δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά στο αίτημα για πρόωρη συνταξιοδότηση. Ένα άλλο ενδιαφέρον εύρημα ήταν ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι ήταν τόσο επαρκείς στη δουλειά τους όσο και οι εργαζόμενοι χωρίς ΣΔ1.
Skipper N και συν. (2019 – Δανία) Στη μελέτη αυτή περιελήφθησαν 631.628 μαθητές δημοσίων σχολείων της Δανίας ηλικίας 10,3±2,4 ετών, από τους οποίους 2.031 είχαν ΣΔ1. Στους μαθητές αυτούς αναζητήθηκε η σχολική βαθμολογία στα μαθηματικά και την ανάγνωση στις τάξεις 2, 3, 4, 6, 8. Δεν διαπιστώθηκε σημαντική διαφορά στη βαθμολόγηση, στην ανάγνωση και τα μαθηματικά μεταξύ παιδιών με και χωρίς ΣΔ1. Μεταξύ των παιδιών με ΣΔ1 διαπιστώθηκε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της βαθμολογίας και του επιπέδου ρύθμισης όπως αποτυπώνονταν στις τιμές της HbA1c. Τα αποτελέσματα επίσης έδειξαν ότι παιδιά με ΣΔ1 και επίπεδο HbA1c <7,5 είχαν υψηλότερη βαθμολογία συγκρινόμενα με εκείνα του γενικού πληθυσμού.
Σύνοψη και συμπεράσματα Σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, τα άτομα με ΣΔ1 έχουν σχολική επίδοση ίδια ή ελάχιστα μειωμένη. Άτομα με HbA1c ≤ 7,5% επιτυγχάνουν υψηλότερη βαθμολογία σε σύγκριση με τα αδέλφια τους ή συμμαθητές τους. Η επαγγελματική ενασχόληση δεν διαφέρει ή ελάχιστα υστερεί συγκριτικά
Η προσπάθεια για καλύτερη ρύθμιση επηρεάζει ευνοϊκά όχι μόνον την πρόληψη των επιπλοκών αλλά και την καλύτερη σχολική επίδοση και επαγγελματική ενασχόληση. με τους μάρτυρες. Το ετήσιο εισόδημα υστερεί κατά 6-8% εκείνου του γενικού πληθυσμού. Τα άτομα με ΣΔ1 συχνότερα επιλέγουν εκπαίδευση ή επάγγελμα προσανατολισμένο στο πεδίο της υγείας. Φαίνεται ότι η καλή ρύθμιση, το επίπεδο υγείας στην ενήλικη ζωή καθώς και το μορφωτικό επίπεδο επηρεάζουν ευνοϊκά την επαγγελματική ενασχόληση. Η επάρκεια στην εργασία εκτιμάται παρόμοια συγκρινόμενη με εκείνη στον γενικό πληθυσμό. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα άτομα με ΣΔ1 δεν ζητούν πρόωρη συνταξιοδότηση σε μεγαλύτερη συχνότητα από τους υπόλοιπους εργαζόμενους.
Να τονιστεί ότι οι δείκτες που εξετάστηκαν σε ορισμένες χώρες μπορεί να έχουν διαφορετική εκτίμηση σε άλλες χώρες με διαφορετικά συστήματα υγείας και κοινωνικές παροχές.

