Είναι ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 περισσότερο επικίνδυνος από τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 στα παιδιά;
Σύγκριση της λειτουργίας γλυκόζης και ινσουλίνης σε υγιείς, στον διαβήτη τύπου 1 και στον διαβήτη τύπου 2.
Ποιοι είναι οι κύριοι τύποι διαβήτη στην παιδική ηλικία;
Τα περισσότερα περιστατικά σακχαρώδους διαβήτη (ΣΔ) ταξινομούνται στις ακόλουθες κατηγορίες ανάλογα με την αιτιολογία τους:
- Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1). Σε αυτόν τον τύπο του διαβήτη το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται από λάθος εναντίον των κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη και τα καταστρέφει, οδηγώντας έτσι σε έλλειψη ινσουλίνης και αυξημένες τιμές σακχάρου
- Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2), στον οποίο ο οργανισμός αντιστέκεται στη δράση της ινσουλίνης, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει δυσλειτουργία των β-κυττάρων του παγκρέατος, οδηγώντας και πάλι σε αυξημένες τιμές σακχάρου.
- Ένα ποσοστό 5% περίπου των παιδιών με ΣΔ παρουσιάζουν διαβήτη, ο οποίος ονομάζεται μονογονιδιακός, αφού οφείλεται σε μεταλλάξεις γονιδίων που ελέγχουν τον μεταβολισμό του σακχάρου.
Ποιος είναι ο πλέον συχνός τύπος διαβήτη στην παιδική και στην εφηβική ηλικία;
Πριν από αρκετές δεκαετίες, με βάση τη συνηθέστερη ηλικία εμφάνισης, ο ΣΔτ1 ονομαζόταν από τους επιστήμονες «νεανικός διαβήτης», ενώ για τον ΣΔτ2 χρησιμοποιούνταν ο όρος «διαβήτης των ενηλίκων». Σήμερα είναι ευρέως γνωστό ότι ο ΣΔτ2 είναι μια πάθηση η οποία αφορά όχι μόνο στους ενήλικες αλλά και σε νεαρής ηλικίας ασθενείς ολοένα και πιο συχνά, καθώς η εμφάνισή του συνδέεται άμεσα με την επιδημία της παιδικής και της εφηβικής παχυσαρκίας που παρατηρείται στην εποχή μας.
Ο ΣΔτ2 εμφανίζεται σε άτομα ηλικίας >10 ετών και είναι σε εφηβεία, ενώ ο ΣΔτ1 εμφανίζεται σε παιδιά ηλικίας ≥1 έτους. Παρόλο που ο ΣΔτ1 παραμένει συνολικά ο πλέον συχνός τύπος διαβήτη, σε αρκετούς πληθυσμούς και ιδιαίτερα σε πληθυσμούς ευρωπαϊκής καταγωγής, μελέτες από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) ανέφεραν ότι κατά τα έτη 2017 και 2018 τα περιστατικά ΣΔτ2 ήταν για πρώτη φορά περισσότερα από τα περιστατικά ΣΔτ1 στις ηλικίες των 15-19 ετών, καταδεικνύοντας το μέγεθος του προβλήματος, ενώ προβλέπεται ότι τα περιστατικά ΣΔτ2 σε νεαρές ηλικίες πρόκειται να αυξηθούν κατά 600% έως το 2060.
Γιατί είναι επικίνδυνος ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 που εμφανίζεται στην εφηβική ηλικία;
Ο ΣΔτ2 έχει πολύ σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις σε πολλές πτυχές της υγείας των παιδιών και των εφήβων, οι οποίες μπορεί να παρατηρηθούν ακόμη και τη στιγμή της διάγνωσης σε αντίθεση με τον ΣΔτ1 στον οποίο οι μικρο- και οι μακροαγγειακές επιπλοκές εμφανίζονται συνήθως αρκετά χρόνια μετά τη διάγνωση. Επίσης, έχει διαπιστωθεί ότι οι ασθενείς που εμφανίζουν ΣΔτ2 στην παιδική ηλικία έχουν πιο δυσμενή εξέλιξη σε σχέση με ασθενείς οι οποίοι διαγιγνώσκονται αργότερα κατά την ενήλικη ζωή τους, καθώς εμφανίζουν μεγαλύτερη αντίσταση στην ινσουλίνη και ταχύτερη εξάντληση της λειτουργίας των κυττάρων του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη. Διάφορες μελέτες έχουν ερευνήσει τη συχνότητα και το είδος των επιπλοκών αυτών, καθώς και τις πιθανές θεραπείες που μπορούν να χορηγηθούν σε άτομα νεαρής ηλικίας. Οι πλέον γνωστές είναι η μελέτη SEARCH που διεξήχθη το 2000 στις ΗΠΑ, με στόχο να ερευνήσει τη συχνότητα και τις επιπλοκές τόσο του ΣΔτ1 όσο και του ΣΔτ2 σε νεαρά άτομα και η μελέτη TODAY που είχε ως στόχο να αξιολογήσει πόσο αποτελεσματικές είναι οι διάφορες διαθέσιμες θεραπείες για την αντιμετώπιση ασθενών νεαρής ηλικίας με ΣΔτ2.
Δύο πολύ σημαντικά προβλήματα υγείας που συχνά συνυπάρχουν με τον ΣΔτ2 είναι η αρτηριακή υπέρταση και η δυσλιπιδαιμία (δηλαδή η διαταραχή στις τιμές της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων). Αν και τα εν λόγω προβλήματα θεωρούνται από τους περισσότερους προβλήματα υγείας των ενηλίκων, είναι πλέον γνωστό όχι μόνο ότι παρουσιάζονται πολύ συχνά στα παιδιά που πάσχουν από ΣΔτ2 αλλά και ότι ταλαιπωρούν πιο συχνά τους ασθενείς αυτούς σε σχέση με τα παιδιά, τα οποία πάσχουν από ΣΔτ1. Μάλιστα, επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι νεαροί ασθενείς που πάσχουν από ΣΔτ2 έχουν δύο φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να έχουν αρτηριακή υπέρταση σε σχέση με συνομηλίκους με ΣΔτ1, ενώ παρουσιάζουν επίσης πολύ πιο συχνά δυσλιπιδαιμία, ακόμη και αν νοσούν για λιγότερα χρόνια σε σχέση με εκείνους οι οποίοι έχουν ΣΔτ1. Για τον λόγο αυτόν, τα όρια για τη χορήγηση φαρμάκων αναφορικά με την αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας στους εν λόγω ασθενείς είναι πιο αυστηρά σε σχέση με τους ασθενείς με ΣΔτ1.
Μικρο- και μακροαγγειακές επιπλοκές στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
Η συνεχής έκθεση των διαβητικών ασθενών σε αυξημένες τιμές γλυκόζης είναι ιδιαίτερα βλαπτική για την υγεία των αγγείων του ανθρώπινου σώματος ανεξάρτητα από τον τύπο διαβήτη από τον οποίο πάσχουν και οδηγεί σε επιπλοκές, οι οποίες κατατάσσονται σε μικροαγγειακές που αφορούν σε βλάβες στα μικρού μεγέθους αγγεία και σε μακροαγγειακές επιπλοκές, οι οποίες αφορούν σε βλάβες στα μεγάλου μεγέθους αγγεία. Στις μικροαγγειακές επιπλοκές περιλαμβάνονται οι βλάβες που προκαλούνται από τις αυξημένες τιμές γλυκόζης στους νεφρούς (διαβητική νεφροπάθεια), στο νευρικό σύστημα (διαβητική νευροπάθεια) και στα μάτια (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια), ενώ οι μακροαγγειακές επιπλοκές περιλαμβάνουν τις βλάβες οι οποίες προκαλούνται στα μεγάλα αγγεία που τροφοδοτούν την καρδιά, τον εγκέφαλο και τα κάτω άκρα και μπορούν να οδηγήσουν, αντίστοιχα, σε καρδιαγγειακά επεισόδια (π.χ. έμφραγμα, στηθάγχη), αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και περιφερική αρτηριοπάθεια των κάτω άκρων. Οι μελέτες έχουν δείξει ότι η συχνότητα όλων των μικροαγγειακών και μακροαγγειακών επιπλοκών είναι μεγαλύτερη στους ασθενείς νεαρής ηλικίας με ΣΔτ2 σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που πάσχουν από ΣΔτ1 και αυξάνεται συνεχώς όσο περισσότερα χρόνια παρέρχονται από τη διάγνωση.
Η διαβητική νεφροπάθεια είναι η πλέον σημαντική από τις μικροαγγειακές επιπλοκές που παρατηρείται σε εφήβους ασθενείς με ΣΔτ2 και χαρακτηρίζεται από ταχεία επιδείνωση και πτωχή πρόγνωση. Οι βλάβες στη δομή του νεφρού ανιχνεύονται κατά μέσο όρο μόλις 1,5 έτος μετά την έναρξη της νόσου. Το 8% των νεαρών ασθενών με ΣΔτ2 εμφανίζει διαβητική νεφροπάθεια ήδη κατά τη διάγνωση, ενώ το ποσοστό αυξάνεται στο 55% 15 χρόνια αργότερα. Η βλάβη των νεφρών κατά την εφηβική και την παιδική ηλικία στον ΣΔτ2, η οποία ανιχνεύεται με την παρουσία πρωτεΐνης στα ούρα, αυξάνει την πιθανότητα οι εν λόγω ασθενείς να εμφανίσουν νεφρική ανεπάρκεια και ανάγκη για αιμοκάθαρση κατά την ενήλικη ζωή τους. Η μελέτη SEARCH έδειξε ότι η διαβητική νεφροπάθεια είναι περίπου 4 φορές πιο συχνή στον ΣΔτ2 σε σχέση με τον ΣΔτ1. Ιδιαίτερα συχνή είναι και η διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, καθώς ταλαιπωρεί 1 στους 2 ασθενείς που προσβλήθηκαν από ΣΔτ2 σε νεαρή ηλικία 12 χρόνια μετά τη διάγνωσή τους. Η διαβητική νευροπάθεια, αν και ανιχνεύεται μόλις στο 1% των νεαρών ασθενών με ΣΔτ2 στη διάγνωση, αφορά σε 1 στους 3 ασθενείς στα 15 χρόνια από τη διάγνωση και αυξάνει τον κίνδυνο για επιπλοκές στα κάτω άκρα, περιλαμβανομένου και του ακρωτηριασμού. Στα 15 χρόνια μετά τη διάγνωση, 8 στους 10 ασθενείς που διαγνώστηκαν σε νεαρή ηλικία εμφανίζουν τουλάχιστον μία μικροαγγειακή επιπλοκή, ενώ ιδιαίτερη απογοήτευση προκαλεί το γεγονός ότι κατά το διάστημα της παρακολούθησής τους οι συγκεκριμένοι ασθενείς εμφάνιζαν συνεχή επιδείνωση των τιμών του σακχάρου του αίματος και καμιά βελτίωση στον δείκτη μάζας σώματος (ΔΜΣ).
Υπέρταση και διαταραχή των λιπιδίων στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2
Για να γίνει κατανοητή η συχνότητα των προβλημάτων αυτών, αξίζει να αναφερθεί ότι στη μελέτη TODAY, ένας στους 10 νεαρούς ασθενείς με ΣΔτ2 είχε αρτηριακή υπέρταση τη στιγμή της διάγνωσης, ενώ σε μια άλλη μελέτη που διεξήχθη στο Hong Kong, το ποσοστό αυτό ήταν ακόμη μεγαλύτερο (1 στα 5 παιδιά). Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι όσο περισσότερα χρόνια παρέρχονται από τη διάγνωση του ΣΔτ2, τόσο πιο συχνά γίνονται τα εν λόγω προβλήματα. Η μελέτη SEARCH έδειξε ότι 1,5 χρόνο μετά τη διάγνωση αρτηριακή υπέρταση, χαμηλά επίπεδα «καλής» χοληστερίνης και αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων παρατηρούνταν σε 1 στους 4 ασθενείς. Πεντακόσιοι από τους έφηβους ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη TODAY παρακολουθήθηκαν για διάστημα 15 χρόνων μετά τη διάγνωσή τους. Το 20% των ασθενών εμφάνιζαν αρτηριακή υπέρταση και δυσλιπιδαιμία κατά τη στιγμή της διάγνωσης, ενώ το ποσοστό αυτό εκτοξεύτηκε στο 67,5% για την αρτηριακή υπέρταση και στο 50% για τη δυσλιπιδαιμία 15 χρόνια μετά. Δυστυχώς, έχει διαπιστωθεί ότι πολύ συχνά τα παιδιά με ΣΔτ2 δε λαμβάνουν την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων, γεγονός που επιδεινώνει ακόμη περισσότερο την πρόγνωσή τους.
Η παρουσία αυξημένων τιμών γλυκόζης, αυξημένων τιμών λιπιδίων αίματος και αρτηριακής υπέρτασης στους ασθενείς με ΣΔτ2 επιταχύνει σημαντικά την αθηροσκλήρωση, δηλαδή τη φθορά που προκαλείται στα τοιχώματα των μεγάλων αγγείων, η οποία φαίνεται ότι αρχίζει ήδη από την παιδική ηλικία. Οι νεαρής ηλικίας ασθενείς με ΣΔτ2 παρουσιάζουν συχνά κακή λειτουργία του εσωτερικού μανδύα των αγγείων που ονομάζεται ενδοθήλιο, μεγάλο πάχος στον ενδιάμεσο χιτώνα των αγγείων και αυξημένη σκληρότητα του τοιχώματός τους, καθώς και υπερτροφία στον μυ της καρδιάς και μειωμένη αντοχή στην άσκηση. Όλοι αυτοί οι παράγοντες σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο νόσησης ή και θανάτου από νοσήματα του καρδιαγγειακού συστήματος, όπως είναι η στεφανιαία νόσος, το καρδιακό έμφραγμα και η καρδιακή ανεπάρκεια, αλλά και τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.
Η μακροπρόθεσμη παρακολούθηση ασθενών οι οποίοι διαγνώστηκαν με ΣΔ σε νεαρή ηλικία στη μελέτη SEARCH έδειξε ότι οι συγκεκριμένοι ασθενείς είχαν σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά θνητότητας σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, καθώς και ότι οι ασθενείς που έπασχαν από ΣΔτ2 είχαν σημαντικά μεγαλύτερα ποσοστά θνητότητας σε σχέση με εκείνους οι οποίοι έπασχαν από ΣΔτ1. Μια μελέτη από το Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε ότι άτομα που διαγνώστηκαν με ΣΔτ2 σε σχετικά νεαρή ηλικία (16-27 ετών) παρουσίαζαν 4 φορές μεγαλύτερη θνητότητα σε σχέση με ανθρώπους οι οποίοι ήταν υγιείς, ενώ ο εν λόγω κίνδυνος μειωνόταν όταν η διάγνωση του διαβήτη ερχόταν σε πιο προχωρημένη ηλικία, αντικατοπτρίζοντας έτσι τη δυσμενέστερη πρόγνωση των νεαρότερων ασθενών.
Φαίνεται ότι τα άτομα που θα διαγνωστούν με ΣΔτ2 σε νεαρή ηλικία χάνουν περίπου 15 χρόνια ζωής.
Άλλα σημαντικά προβλήματα που παρατηρούνται συχνά σε εφήβους με ΣΔτ2 είναι οι διατροφικές διαταραχές οι οποίες απασχολούν το 50% των ασθενών (το ποσοστό αυτό είναι 20% για τον ΣΔτ1), τα καταθλιπτικά συμπτώματα και οι σκέψεις αυτοτραυματισμού στο 20%, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών στο 20%, η πτωχή ποιότητα ύπνου λόγω αποφρακτικής υπνικής άπνοιας, καθώς και η συγκέντρωση λίπους στο ήπαρ (λιπώδης διήθηση του ήπατος). Ιδιαίτερα σημαντικά προβλήματα παρουσιάζονται επίσης κατά την εγκυμοσύνη των γυναικών που διαγνώστηκαν με ΣΔτ2 σε νεαρή ηλικία. Συγκεκριμένα, αναφέρονται αυξημένα ποσοστά επιπλοκών λόγω υπέρτασης, αποβολών και πρόωρων τοκετών, καθώς και αυξημένα ποσοστά προβλημάτων υγείας στα νεογνά, στα οποία περιλαμβάνονται οι καρδιακές και διάφορες άλλες εκ γενετής ανωμαλίες, το μεγάλο βάρος γέννησης, η υπογλυκαιμία και το σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας των νεογνών. Επίσης, έχει αποδειχθεί ότι η έκθεση του εμβρύου σε αυξημένες τιμές γλυκόζης κατά την εγκυμοσύνη αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης παχυσαρκίας αλλά και ΣΔτ2 κατά την εφηβεία, οδηγώντας έτσι σε έναν φαύλο κύκλο.
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 2 (ΣΔτ2) είναι πολύ πιο επικίνδυνος από τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1), όταν εκδηλώνεται στην εφηβική ηλικία.
Κύριος προδιαθεσικός παράγοντας για ΣΔτ2 είναι η παχυσαρκία.
Το 8% των νεαρών ασθενών με ΣΔτ2 εμφανίζει διαβητική νεφροπάθεια ήδη κατά τη διάγνωση, ενώ το ποσοστό αυξάνεται στο 55% 15 χρόνια αργότερα.
Το 50% των ασθενών με ΣΔτ2 εμφανίζουν αμφιβληστροειδοπάθεια ήδη κατά την ηλικία των 25 ετών 12 χρόνια μετά τη διάγνωση.
Το 1% των εφήβων με ΣΔτ2 παρουσιάζουν νευροπάθεια στην πρωτοδιάγνωση, ενώ 15 χρόνια από τη διάγνωση 1 στους 3 ασθενείς έχουν νευροπάθεια με αυξημένο κίνδυνο ακρωτηριασμού των άκρων.
Είναι ανησυχητικό ότι 15 χρόνια μετά τη διάγνωση, 8 στους 10 ασθενείς που διαγνώστηκαν σε νεαρή ηλικία εμφανίζουν τουλάχιστον μία μικροαγγειακή επιπλοκή.
Τα άτομα που θα διαγνωστούν με ΣΔτ2 σε νεαρή ηλικία χάνουν περίπου 15 χρόνια ζωής.
Συμπερασματικά, οι ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν ΣΔτ2 κατά την παιδική και την εφηβική ηλικία παρουσιάζουν πολλαπλά προβλήματα υγείας και έχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης τόσο σε σχέση με συνομήλικους ασθενείς που πάσχουν από ΣΔτ1, όσο και σε σχέση με ασθενείς οι οποίοι εμφανίζουν ΣΔτ2 κατά την ενήλικη ζωή τους.
Ιδιαίτερα ελπιδοφόρα είναι η έγκριση διαφόρων νεότερων φαρμακευτικών προϊόντων για τους εφήβους με ΣΔτ2 που αποσκοπούν τόσο στη ρύθμιση του σωματικού βάρους όσο και στον καλύτερο έλεγχο των τιμών του σακχάρου του αίματος, με απώτερο στόχο τη μείωση όλων αυτών των επιπλοκών.
Το πλέον σημαντικό όπλο, ωστόσο, έναντι της εμφάνισης του ΣΔτ2 σε νεαρή ηλικία και των ολέθριων συνεπειών του παραμένει η πρόληψη και η έγκαιρη αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας με την καθοδήγηση των ειδικών μέσω της σωστής διατροφής και της άσκησης.

