Λογική και συναίσθημα: Διαμάχη ή συνταίριασμα; Ποιο να εμπιστευτώ στη διαχείριση του διαβήτη μου;
Βασιλική Χιώτη — MSc Ψυχολόγος Υγείας
Πάρτε λίγο χρόνο και σκεφθείτε πώς θα ήταν η ζωή σας εάν δεν μπορούσατε να βιώσετε συναισθήματα. Τη χαρά όταν αντικρύζετε έναν αγαπημένο σας άνθρωπο, τη λύπη όπως τώρα, εν μέσω πανδημίας, που δεν μπορείτε να δείτε και να αγκαλιάσετε τους δικούς σας και πολλά άλλα συναισθήματα που νιώθει κάποιος καθημερινά μέσω της αλληλεπίδρασης με τους άλλους και όχι μόνο. Άραγε, μας είναι πάντα ξεκάθαρα τα συναισθήματά μας; Τι ορίζουμε ως συναίσθημα; H λέξη συναίσθημα προέρχεται από το λατινικό ρήμα emovere, που σημαίνει θέτω σε κίνηση. Εξού και ένα συναίσθημα μπορεί να θέσει σε κίνηση το σώμα μας, εάν π.χ. φοβηθώ, θα τρέξω. Τα συναισθήματα είναι ένας συνδυασμός νοητικών καταστάσεων, ψυχοσωματικών εκφράσεων και βιολογικών αντιδράσεων του σώματος. Σύμφωνα με τη θεωρία των συναισθημάτων του W. Gerrod Parrott (2001) τα βασικά συναισθήματα είναι 6, η αγάπη, ο θυμός, ο φόβος, η χαρά, η λύπη και η έκπληξη. Η διαφορά των συναισθημάτων με τη λογική μας έγκειται στο ότι η δεύτερη έχει ως κύριό της σκοπό την ανάλυση και την κατανόηση των συλλογισμών/επιχειρημάτων μας με τα οποία οδηγούμαστε σε ένα συμπέρασμα. Ας το δούμε στην καθημερινότητά μας. Οι περισσότεροι άνθρωποι ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύο κομμάτια του εαυτού μας, τον λογικό και τον συναισθηματικό νου. Καθένας από εμάς έχει σε διαφορετική αναλογία ανεπτυγμένα αυτά τα δύο μέρη αλλά επίσης έχει και διαφορετική διάθεση/ ανάγκη για συνεργασία. Σε μια τυπική ημέρα, επικαλούμαστε αρκετά συχνά τη λογική ή/και το συναίσθημά μας ώστε να επιλύσουμε προβλήματα. Ενίοτε μας βοηθούν αλλά συχνά μας μπερδεύουν. Ποιο να ακολουθήσω; Τη λογική μου ή το συναίσθημά μου; Είναι μια ερώτηση που καθένας από εμάς έχει κάνει στον εαυτό του. Μήπως το συναίσθημά μου με μπερδεύει και με οδηγεί σε λάθος μονοπάτια; Πολλοί άνθρωποι συγκρατούν ή καταπιέζουν τον συναισθηματικό νου φοβούμενοι μην τους μπερδέψει. Ο Πλάτωνας, πριν από περίπου 2500 χρόνια περιέγραφε τα συναισθήματα ως χαοτικά και αποδιοργανωτικά στη διαδικασία της σκέψης, τα οποία προκαλούν απώλεια του ελέγχου. Από την άλλη πλευρά, ο μεταγενέστερος ποιητής και συγγραφέας, Χαλίλ Γκιμπράν (1883-1931) ανέφερε ότι «H λογική όταν κυβερνά μόνη της, είναι μια περιοριστική δύναμη», δίνοντας με αυτόν τον τρόπο βαρύτητα στην αξία του συναισθήματος. Σύμφωνα με τη Γνωσιακή - Συμπεριφορική θεραπεία, η λογική και το συναίσθημα δεν είναι διαχωρισμένα αλλά λειτουργούν συμπληρωματικά. Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, τα συναισθήματά μας είναι απόρροια των λογικών μας σκέψεων. Συνεπώς, τροποποιώντας τις σκέψεις μας, αλλάζουμε και το συναίσθημα που τις ακολουθεί. Έχουμε τη δυνατότητα να απαλλαγούμε από τις δυσλειτουργικές μας σκέψεις και να τις αντικαταστήσουμε με πιο βοηθητικές, έτσι απαλλασσόμαστε και από τα αρνητικά συ-
ναισθήματα. Παραδείγματος χάρη, ο γονιός που βλέπει το παιδί του με διαβήτη συχνά στεναχωριέται, δε θέλει να το σταματήσει από το παιχνίδι και τους φίλους του για να μετρηθεί και να κάνει την ένεση ινσουλίνης. Η λογική του, όμως, του λέει ότι αυτό πρέπει να συμβεί ώστε να είναι καλά στην υγεία του και το σάκχαρό του να είναι καλά ρυθμισμένο, και ότι εάν δεν το κάνει, κινδυνεύει. Ο γονέας αυτός, τροποποίησε τη σκέψη του ώστε να νιώσει καλύτερα, έδωσε προτεραιότητα στο αποτέλεσμα που είναι η υγεία του παιδιού του, οπότε όταν κάλεσε το παιδί του για να μετρηθεί, δεν ένιωσε τόσες τύψεις και στενοχώρια. Όπως είπε και ο Επίκτητος, πριν από 2000 χρόνια περίπου «οι άνθρωποι αναστατώνονται όχι από αυτά που τους συμβαίνουν, αλλά από τη γνώμη τους για αυτά που συμβαίνουν». Αυτό θα μπορούσε να ισχύει και στον διαβήτη: εάν τον βλέπω εχθρικά και ότι μόνο μου δυσχεραίνει τη ζωή, θα βιώνω αρνητικά συναισθήματα εφ’ όρου ζωής τα οποία με τη σειρά τους, θα με απομακρύνουν από τη φροντίδα του, με αποτέλεσμα οι σκέψεις μου ότι ο διαβήτης είναι κακός να επιβεβαιώνονται αφού οι τιμές που θα δείχνει ο μετρητής δε θα είναι ικανοποιητικές. Μπορεί, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο να οδηγηθούμε σε ένα εσφαλμένο συμπέρασμα. Στο ερώτημα, «τι να ακολουθήσω, τη λογική μου ή το συναίσθημά μου στη διαχείριση του διαβήτη;» η απάντηση είναι το συνταίριασμα των δύο. Η παρατήρηση των επιπτώσεων της χρήσης της λογικής στο συναίσθημα αλλά και το αντίστροφο, μπορεί να μας οδηγήσει σε μια πιο καθαρή εικόνα του πώς θέλουμε να νιώσουμε. Εφόσον θέσουμε ως προτεραιότητα το πώς επιθυμούμε να νιώσουμε μπορούμε να ελέγξουμε και να ρυθμίσουμε το συναίσθημά μας. Όπως έχει αναφέρει και ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Carl Jung (1875-1961) «δεν είμαι αυτό που μου συνέβη. Είμαι αυτό που επέλεξα να γίνω».
Βιβλιογραφία
1. Parrott WG. Emotions in social psychology: Essential readings. Psychology Press, Philadelphia, 2001. 2. Πλάτων. Πλάτων: Πολιτεία. Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2014. 3. Beck JS. Εισαγωγή στη γνωστική συμπεριφορική θεραπεία. Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2004.

