Πρόληψη Διαβήτη Τύπου 2: Παράγοντες Κινδύνου, Έλεγχος και Μέτρα

«Προδιαβήτης: Το κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας για την πρόληψη του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2.»

prolipsi diaviti typou 2 paragontes kindynou elegchos kai metra
Highlights
  • Αιτιοπαθογένεια & Αόρατοι Κίνδυνοι: Ο ΣΔ2 αναπτύσσεται λόγω γενετικής προδιάθεσης και επίκτητων παραγόντων (όπως η παχυσαρκία, η αύξηση λίπους στην κοιλιά και η ενδομήτρια έκθεση σε αυξημένο σάκχαρο). Η νόσος εξελίσσεται σταδιακά και ασυμπτωματικά, οδηγώντας σε σοβαρές μακροαγγειακές (εγκεφαλικά, στεφανιαία νόσος) και μικροαγγειακά επιπλοκές (αμφιβληστροειδοπάθεια, νεφροπάθεια, νευροπάθεια).
  • Η Σημασία του Προδιαβήτη: Ο προδιαβήτης είναι εξαιρετικά συχνός (1 στους 3 ενήλικες) και αποτελεί ένα πλήρως αναστρέψιμο στάδιο. Χωρίς παρέμβαση, περίπου 1 στους 4 ανθρώπους με προδιαβήτη θα εμφανίσει ΣΔ2 μέσα σε 3-5 χρόνια, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο καρδιαγγειακός κίνδυνος.
  • Διαγνωστικά Κριτήρια: Ο προσυμπτωματικός έλεγχος συστήνεται σε όλους μετά τα 45 έτη (ή νωρίτερα σε παρουσία παραγόντων κινδύνου) και βασίζεται σε τρεις εξετάσεις:
  • Αλλαγές στον Τρόπο Ζωής ως Πρώτη Γραμμή Πρόληψης: Η πρόληψη επιτυγχάνεται κυρίως με μείωση σωματικού βάρους κατά 5-10%, ισορροπημένη διατροφή (πλούσια σε φυτικές ίνες, χαμηλά λιπαρά, αποφυγή ζάχαρης/επεξεργασμένων τροφών), τακτική άσκηση (30 λεπτά/ημέρα, τουλάχιστον 5 φορές την εβδομάδα) και διακοπή του καπνίσματος.
  • Φαρμακευτική Αγωγή & Ολιστική Διαχείριση: Αν και τα φάρμακα (π.χ. μετφορμίνη σε επιλεγμένα παχύσαρκα άτομα με προδιαβήτη) υστερούν έναντι των αλλαγών τρόπου ζωής, νεότερα αντιδιαβητικά (αναστολείς SGLT2, αγωνιστές GLP-1) προσφέρουν σημαντική καρδιοπροστασία. Ο τελικός στόχος παραμένει ο συνολικός έλεγχος των καρδιαγγειακών παραγόντων (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία).
Elodi

Πρόληψη Διαβήτη Τύπου 2: Παράγοντες Κινδύνου, Έλεγχος και Μέτρα

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 2 (ΣΔ2) είναι μια σύνθετη, ετερογενής νόσος στην παθογένεια της οποίας διαδραματίζουν ρόλο τόσο περιβαλλοντικοί όσο και γενετικοί παράγοντες. Η γενετική καθορίζει την προδιάθεση κάθε ατόμου να αναπτύξει ανεπάρκεια των β-κυττάρων του παγκρέατος (που παράγουν την ινσουλίνη) με την πάροδο της ηλικίας.

Από τους επίκτητους παράγοντες, καθοριστικός είναι ο ρόλος της παχυσαρκίας, καθώς η αύξηση του σωματικού βάρους οδηγεί σε αντίσταση στη δράση της ινσουλίνης, μεταβολικό σύνδρομο (δυσλιπιδαιμία, υπέρταση), προοδευτική δυσλειτουργία των β-κυττάρων, σχετική ανεπάρκεια ινσουλίνης και ανάπτυξη υπεργλυκαιμίας και διαβήτη.

Εκτός των παραπάνω, έχει αποδειχθεί ότι η ενδομήτρια έκθεση σε αυξημένα επίπεδα σακχάρου (όταν η μητέρα έχει διαβήτη κύησης), όπως επίσης το χαμηλό αλλά και το αυξημένο βάρος κατά τη γέννηση, οδηγούν σε αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης ΣΔ2 στην ενήλικο ζωή. Τόσο στο μεταβολικό σύνδρομο όσο και στον ΣΔ2 υπάρχει αυξημένος κίνδυνος των λεγόμενων μακροαγγειακών επιπλοκών δηλαδή αθηροσκλήρωσης, αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, στεφανιαίας νόσου και περιφερικής αρτηριοπάθειας.

Τα αυξημένα επίπεδα σακχάρου στον ΣΔ2 οδηγούν επίσης σε μικροαγγειακές επιπλοκές (αγγειοπάθεια που προσβάλλει τα μικρότερα αγγεία) με αποτέλεσμα επιπλοκές από τους οφθαλμούς (διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια), τους νεφρούς (διαβητική νεφροπάθεια) και το νευρικό σύστημα (διαβητική νευροπάθεια). Επειδή η εξέλιξη είναι σταδιακή και συνήθως δεν υπάρχουν συμπτώματα, συχνά μεσολαβούν αρκετά χρόνια από την έναρξη της νόσου μέχρι τη διάγνωση του διαβήτη.

Γενικά, οι στόχοι της πρόληψης του ΣΔ2 είναι: α. Η πρόληψη ή η καθυστέρηση εκδήλωσης της νόσου, β. Η πρόληψη των χρόνιων αγγειακών επιπλοκών και τελικά γ. Η μείωση του οικονομικού και κοινωνικού κόστους. Η έγκαιρη διάγνωση σε πρώιμο στάδιο (προδιαβήτης) έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί στη φάση αυτή η νόσος είναι ακόμη αναστρέψιμη. Ο προδιαβήτης είναι ιδιαίτερα συχνός: υπολογίζεται ότι περίπου 1 στους 3 ενήλικες και σχεδόν οι μισοί άνω των 65 ετών στις ΗΠΑ έχουν προδιαβήτη.

Τα άτομα αυτά έχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης ΣΔ2 στο μέλλον (περίπου 1 στους 4 θα εμφανίσει διαβήτη στα επόμενα 3-5 έτη) αλλά και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Γενικά, προσυμπτωματικός (προληπτικός) έλεγχος προτείνεται σε όλους μετά την ηλικία των 45 ετών ή και νωρίτερα αν υπάρχουν παράγοντες κινδύνου (πίνακας 1).

Πίνακας 1. Παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση ΣΔ2 στους ενήλικες
Ηλικία
Κληρονομικότητα (συγγενείς 1ου βαθμού με διαβήτη)
Παχυσαρκία
Αυξημένη συγκέντρωση λίπους στην κοιλιά (αύξηση της περιμέτρου μέσης)
Τρόπος ζωής: έλλειψη άσκησης, κάπνισμα
Υπέρταση
Δυσλιπιδαιμία (χαμηλή HDL χοληστερόλη ή/και αυξημένα τριγλυκερίδια)
Ιστορικό διαβήτη κύησης ή σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών

Τόσο στο μεταβολικό σύνδρομο όσο και στον ΣΔ2 υπάρχει αυξημένος κίνδυνος των λεγόμενων μακροαγγειακών επιπλοκών δηλαδή αθηροσκλήρωσης, αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, στεφανιαίας νόσου και περιφερικής αρτηριοπάθειας.

Η διάγνωση βασίζεται στον προσδιορισμό των επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα και μπορεί να γίνει με τρεις διαφορετικούς τρόπους: μέτρηση γλυκόζης νηστείας, δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη και μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (πίνακας 2). Αν τα αποτελέσματα είναι φυσιολογικά, ο έλεγχος πρέπει να επαναλαμβάνεται ανά τριετία ή συχνότερα αν χρειασθεί. Άτομα με προδιαβήτη πρέπει να ελέγχονται σε ετήσια βάση ενώ οι γυναίκες με ιστορικό διαβήτη κύησης ανά τριετία.

Πίνακας 2. Προσυμπτωματικός έλεγχος/διαγνωστικά κριτήρια Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ)
Μέτρηση γλυκόζης νηστείας
Φυσιολογικό70 – 99 mg/dl
Προδιαβήτης (διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας)100 – 125 mg/dl
Διαβήτης≥126 mg/dl σε τουλάχιστον δύο μετρήσεις
Δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη
Φυσιολογικό<140 mg/dl
Προδιαβήτης (διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη)140 – 199 mg/dl
Διαβήτης≥200 mg/dl σε τουλάχιστον δύο μετρήσεις
Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA₁c)
Φυσιολογικό<5,7%
Προδιαβήτης5,7 – 6,4%
Διαβήτης≥6,5% σε τουλάχιστον δύο μετρήσεις
  • Γλυκόζη νηστείας: Η μέτρηση γίνεται σε πρωινό δείγμα αίματος, μετά από νηστεία (εκτός από νερό) τουλάχιστον 8 ωρών.
  • Δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη: Προηγείται νηστεία τουλάχιστον 8 ωρών. Στη συνέχεια, μετράται η γλυκόζη στο αίμα (α) πριν και (β) δύο ώρες μετά την από του στόματος χορήγηση 75 g γλυκόζης διαλυμένης σε νερό.
  • Μέτρηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1C ή A1C): Γίνεται με εξέταση αίματος χωρίς να απαιτείται νηστεία και δείχνει ποιο είναι το μέσο επίπεδο σακχάρου στο αίμα τους προηγούμενους 2 – 3 μήνες. Στη χώρα μας δεν έχει γενικευθεί η χρήση της HbA1c για τη διάγνωση του διαβήτη καθώς προϋπόθεση είναι να χρησιμοποιείται προτυποποιημένη μέθοδος από πιστοποιημένο εργαστήριο.

Ο ΣΔ τύπου 2 μπορεί να προληφθεί με (α) έλεγχο του σωματικού βάρους (σε υπέρβαρα/παχύσαρκα άτομα) και υγιεινή διατροφή (β) άσκηση και (γ) φαρμακευτική αγωγή. Συγκεκριμένα, τα παρακάτω μέτρα φαίνεται ότι μειώνουν την πιθανότητα ανάπτυξης διαβήτη σε άτομα με αυξημένο κίνδυνο ή προδιαβήτη:

  • Μείωση του σωματικού βάρους κατά 5-10% (αν είναι αυξημένο).
  • Υγιεινή διατροφή: π.χ. διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες (λαχανικά, φρούτα), γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά, μείωση της κατανάλωσης κρεατικών (και ιδιαίτερα κεκορεσμένου λίπους και trans λιπαρών), γλυκών, επεξεργασμένων δημητριακών και σακχαρούχων αεριούχων αναψυκτικών/χυμών.
  • Αύξηση της φυσικής δραστηριότητας: τακτική μέτριας έντασης άσκηση 30 λεπτών σε καθημερινή βάση, τουλάχιστον 5 φορές την εβδομάδα (π.χ. περπάτημα, κηπουρική, κολύμπι ή χορός – δεν είναι απαραίτητο η άσκηση να είναι σε γυμναστήριο).
  • Διακοπή του καπνίσματος: κάποιες μελέτες έχουν δείξει ότι η διακοπή του καπνίσματος ίσως σχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης ΣΔ2 (επιπλέον των άλλων επιβεβαιωμένων δράσεων ως προς τη μείωση του κινδύνου αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, στεφανιαίας καρδιοπάθειας και καρκίνου του πνεύμονα).
  • Φάρμακα: παρόλο που αρκετά φάρμακα έχει αποδειχθεί ότι μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη, η αποτελεσματικότητά τους είναι σημαντικά μικρότερη από αυτή της αλλαγής τρόπου ζωής, ενώ μπορεί να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες και η δράση τους δεν διατηρείται μετά τη διακοπή τους. Μπορεί ωστόσο σε επιλεγμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιηθεί η μετφορμίνη (ένα αντιδιαβητικό φάρμακο σε μορφή δισκίων) όπως π.χ. σε παχύσαρκα άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών με προδιαβήτη και πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου, όταν έχουν αποτύχει τα υγιεινοδιαιτητικά μέτρα. Τέλος, σε άτομα στα οποία έχει εκδηλωθεί ΣΔ2 έχει αποδειχθεί ότι οι χρόνιες επιπλοκές της νόσου μπορεί να προληφθούν με την κατάλληλη υγιεινοδιαιτητική και φαρμακευτική αγωγή. Μάλιστα, ορισμένα από τα νεότερα αντιδιαβητικά φάρμακα (αναστολείς SGLT2 και αγωνιστές GLP1 υποδοχέων) φαίνεται πως είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά για τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Σε κάθε περίπτωση, στόχος πρέπει να είναι όχι μόνο ο καλός έλεγχος του σακχάρου αλλά όλων των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου (διακοπή καπνίσματος, υγιεινός τρόπος ζωής, έλεγχος της υπέρτασης και δυσλιπιδαιμίας).

Συμπερασματικά, ο ΣΔ2 μπορεί να προληφθεί αποτελεσματικά στα άτομα αυξημένου κινδύνου ή/και προδιαβήτη με κατάλληλο προσυμπτωματικό έλεγχο και στοχευμένη υγιεινοδιαιτητική παρέμβαση. Η αντιμετώπιση ωστόσο της πανδημίας του ΣΔ2 είναι σύνθετη καθώς απαιτεί τη λήψη μέτρων και εφαρμογή πολιτικών για τον αποτελεσματικό έλεγχο των τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου ανάπτυξης διαβήτη σε επίπεδο πληθυσμού.

Elodi
Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Επ. Καθηγητής Ενδοκρινολογίας, Τμήμα Ιατρικής, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Διευθυντής Ενδοκρινολογικής Κλινικής και Διαβητολογικού Κέντρου ΠΓΝΙ
Δεν υπάρχουν Σχόλια