CGM και διατροφή: Εξατομικευμένες συστάσεις για τον διαβήτη

Τα συστήματα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης (CGM) μεταμορφώνουν τη διατροφική θεραπεία στον διαβήτη, προσφέροντας δεδομένα σε πραγματικό χρόνο για την εξατομίκευση των γευμάτων και τη βελτιστοποίηση του γλυκαιμικού ελέγχου.

favicon writer
Από
Χάρης Δημοσθενόπουλος
MMedSci, PhD Κλινικός Διαιτολόγος-Βιολόγος Scientific Secretary of Diabetes Nutrition Study Group (DNSG)
cgm kai diatrofikes systaseis
Highlights
  • Εξατομικευμένη Διατροφική Απόκριση: Δεν υπάρχει καθολική δίαιτα («one-size-fits-all»). Το CGM αποκαλύπτει πώς το ίδιο τρόφιμο επηρεάζει διαφορετικά το σάκχαρο κάθε ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως το μικροβίωμα, το στρες, τον ύπνο και την ευαισθησία στην ινσουλίνη.
  • Σημασία του TIR (Time in Range): Η αύξηση του ποσοστού χρόνου με σάκχαρο εντός του στόχου (70-180 mg/dL) συνδέεται άμεσα με τη μείωση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης (HbA1c) και τον περιορισμό του κινδύνου μακροχρόνιων επιπλοκών.
  • Έλεγχος Μεταγευματικής Γλυκόζης: Η υπεργλυκαιμία μετά το φαγητό αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη τύπου 2 και παχυσαρκία. Το CGM βοηθά στην αξιολόγηση της επίδρασης πολύπλοκων γευμάτων (π.χ. συνδυασμοί με λίπος ή απλούς υδατάνθρακες).
  • Η Σειρά Κατανάλωσης των Τροφών: Τα δεδομένα του CGM επιβεβαιώνουν ότι η αλληλουχία λήψης των τροφίμων στο γεύμα (πρώτα σαλάτα/φυτικές ίνες, μετά πρωτεΐνη και στο τέλος υδατάνθρακες) ομαλοποιεί την αιχμή της γλυκόζης.
  • Εκπαίδευση & Αυτοδιαχείριση: Η τεχνολογία CGM παρέχει στους ασθενείς (με ΣΔτ1, ΣΔτ2 ή προδιαβήτη) και στους κλινικούς διαιτολόγους την απαραίτητη πληροφόρηση για άμεσες, στοχευμένες προσαρμογές στη διατροφή και τη φαρμακευτική αγωγή.

Ο ρόλος των συστημάτων συνεχούς καταγραφής γλυκόζης στην εξατομίκευση των διατροφικών συστάσεων

Χάρης Δημοσθενόπουλος MMedSci, SRD, PhD
Κλινικός Διαιτολόγος - Προϊστάμενος Διαιτολογικού Τμήματος, ΓΝΑ «Λαϊκό», Διδάκτορας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ
Μέλος ΔΣ Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας

Η διατροφική θεραπεία αποτελεί ίσως το πιο θεμελιώδες στοιχείο της αποτελεσματικής διαχείρισης του σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1), αλλά και του τύπου 2 (ΣΔτ2) και για τον λόγο αυτόν συνιστά το πρώτο βήμα σε όλα τα προτεινόμενα θεραπευτικά πρωτόκολλα του ΣΔ. Οι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, περιλαμβανομένων των διατροφικών συστάσεων και παρεμβάσεων, αποτελούν όμως και ένα σημαντικό βήμα της βασικής θεραπείας για τα άτομα με προδιαβήτη ή ακόμη και για τα άτομα χωρίς διαβήτη, αλλά με παχυσαρκία. Η διατροφή συνιστάται να προσαρμόζεται ατομικά στις προσωπικές συνθήκες, στις προτιμήσεις και στους μεταβολικούς στόχους του κάθε ατόμου.

Στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης και της ψηφιοποίησης στην οποία ζούμε, ο τρόπος προσέγγισης και αντιμετώπισης του διαβήτη έχει αλλάξει και οι παρεμβάσεις κυρίως με τα συστήματα συνεχούς παρακολούθησης της γλυκόζης (continuous glucose monitoring, CGM), όπως και με τη χρήση νέων αντλιών, της «έξυπνης πένας» ινσουλίνης και άλλων εφαρμογών, βρίσκουν όλο και περισσότερο τον δρόμο τους στην αποτελεσματικότερη διατροφική θεραπεία. Η χρήση της CGM σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες με ΣΔτ1 σχεδόν διπλασιάστηκε από το 2017 έως το 2020 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ) (από 25% σε 49%) και συσχετίστηκε με χαμηλότερη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c) τη στιγμή που τα αντίστοιχα ποσοστά των Ευρωπαίων συνομηλίκων τους παρουσίασαν αύξηση στη χρήση από 40% σε 76% κατά την ίδια περίοδο. Η τεχνολογία CGM έχει φέρει πλέον επανάσταση στη συνολική φροντίδα του διαβήτη και θα την τροποποιήσει ακόμη περισσότερο στο εγγύς μέλλον, λόγω της πληθώρας της νέας και άμεσης πληροφορίας που παρέχει σε πραγματικό χρόνο σχετικά με τις θεραπευτικές παρεμβάσεις και τις παραλλαγές στον τρόπο ζωής ή στη διατροφική πρόσληψη. Συγκεκριμένα, το προφίλ διακύμανσης γλυκόζης (ambulatory glucose profile, AGP) αποτελεί μια νέα και δομημένη συλλογή των ληφθέντων δεδομένων από το CGM και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως υποστήριξη στη διατροφική προσαρμογή, μετά την αξιολόγηση της γλυκαιμικής κατάστασης (υπογλυκαιμία, μεταβλητότητα

και σταθερότητα των επιπέδων γλυκόζης). Μια σειρά από νέες μετρήσεις για την αξιολόγηση του γλυκαιμικού ελέγχου, εκτός από την HbA1c, έχουν πλέον αναπτυχθεί λόγω της αυξανόμενης χρήσης της συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης στην κλινική πρακτική του διαβήτη. Μεταξύ αυτών, ο δείκτης «ποσοστό σακχάρων εντός στόχου» δηλαδή εντός εύρους 70-180 mg/dL (time in range-TIR) είναι ένας δείκτης που σχετίζεται αντίστροφα με την γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c), δηλαδή όσο περισσότερο χρόνο περνάμε με σάκχαρα εντός του στόχου τόσο πιο χαμηλή είναι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαρίνη. Επίσης ο δείκτης αυτός έχει συσχετισθεί με τον κίνδυνο των μακροχρόνιων επιπλοκών του διαβήτη, δηλαδή όσο λιγότερο χρόνο περνάμε με σάκχαρα εντός στόχου τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος των μακροχρόνιων επιπλοκών του διαβήτη. Τα συστήματα CGM διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας στη θεραπεία του ΣΔτ1 και ΣΔτ2, ενώ βελτιώνουν παράλληλα με την καλύτερη γλυκαιμική διαχείριση και τη διαχείριση των υπογλυκαιμιών και στην καλύτερη διαιτητική θεραπεία αφού αποτυπώνουν την επίπτωση της διατροφής στα μεταγευματικά επίπεδα σακχάρου. Τα υψηλά επίπεδα μεταγευματικής γλυκόζης (postprandial blood glucose, PPG) αποτελούν πρόκληση όχι μόνο για τα άτομα με διαβήτη αλλά και για όλους όσοι θέλουν να ρυθμίσουν το σωματικό τους βάρος, αλλά και να προστατέψουν το καρδιαγγειακό τους σύστημα. Η υπεργλυκαιμία μετά το γεύμα είναι ένας ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη ΣΔτ2, καρδιαγγειακών παθήσεων και την παχυσαρκία. Διαφορετικές διατροφικές προσεγγίσεις μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση των επιπέδων της μεταγευματικής γλυκόζης. Αν και μέθοδοι όπως ο γλυκαιμικός δείκτης και το γλυκαιμικό φορτίο παρέχουν έναν τρόπο αξιολόγησης της επίδρασης της τροφής στη γλυκόζη, οι διαφορές μεταξύ των διαφόρων ατόμων είναι τόσο μεγάλες ώστε είναι δύσκολο να γίνουν γενικές προβλέψεις. Επιπλέον, οι μετρήσεις όπως η περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες ή το γλυκαιμικό φορτίο/δείκτης δε λαμβάνουν υπόψη τη γενετική, το βάρος, την ποιότητα του ύπνου, τα επίπεδα stress, το εντερικό μικροβίωμα, την ευαισθησία στην ινσουλίνη, τους μικτούς συνδυασμούς γευμάτων και τροφίμων και άλλους παράγοντες που επηρεάζουν όλα τη γλυκαιμική απόκριση. Γνωρίζουμε ότι δεν υπάρχει ένα σχέδιο μεταβολικής διατροφής “one-size-fits-all”. Οι συσκευές CGM μπορεί να διαδραματίσουν έναν καθοριστικό ρόλο υποστήριξης στην εξατομικευμένη διατροφική προσαρμογή, στις παρεμβάσεις στον καθημερινό τρόπο ζωής, καθώς και στη διατροφική συμπεριφορά. Έτσι, διαφορετικοί άνθρωποι μπορεί να έχουν πολύ διαφορετικές γλυκαιμικές αντιδράσεις στα ίδια ακριβώς τρόφιμα και η μεταβολική επίδραση των επιλογών τρόπου ζωής και άλλων μεμονωμένων παραγόντων είναι δύσκολο να μετρηθεί με παραδοσιακά εργαλεία. Σε αυτό έρχεται να βοηθήσει πλέον και να δώσει χρήσιμα στοιχεία το CGM, με πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, αντικειμενικές, με δυνατότητα δράσης σχετικά με το πώς οι επιλογές τροφής και τρόπου ζωής επηρεάζουν τα επίπεδα γλυκόζης. Έτσι, με τη χρήση αυτής της τεχνολογίας μπορούμε να δημιουργήσουμε μια εξατομικευμένη δια

Τα συστήματα συνεχούς καταγραφής μάς βοηθούν να κατανοήσουμε περισσότερο πώς και πόσο η τροφή επηρεάζει τα επίπεδα του σακχάρου είτε όταν καταναλώνουμε τροφές που περιέχουν μεγάλη ποσότητα απλών υδατανθράκων, δηλαδή ζάχαρη είτε σύνθετα γεύματα με μεγάλη ποσότητα λίπους.

  • Τα συστήματα αυτά μας βοηθούν να τροποποιήσουμε τις διαιτητικές συνήθειές μας αλλά και τη φαρμακευτική αγωγή μας για να επιτύχουμε μεγαλύτερο ποσοστό σακχάρων εντός εύρους 70-180 mg/dL.
  • Όσο μεγαλύτερο ποσοστό του χρόνου μας περνάμε με σάκχαρα εντός του εύρους 70-180 mg/dL τόσο χαμηλότερη είναι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη που δείχνει τη μέση τιμή σακχάρου το τελευταίο τρίμηνο και τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος των μελλοντικών επιπλοκών του διαβήτη.
figure 1
Πιάτο με γεύμα, ως παράδειγμα διατροφικής επίδρασης στη γλυκόζη.

τροφή για να υποστηρίξουμε τη βέλτιστη υγεία του ατόμου με ή και χωρίς διαβήτη και γι’ αυτό και τα συστήματα συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης βρίσκουν όλο και περισσότερο τον δρόμο τους στη διατροφική θεραπεία. Μπορούμε να δούμε ποιο διατροφικό πρότυπο ταιριάζει περισσότερο στο κάθε άτομο (μεσογειακό ή υπερπρωτεϊνικό). Επίσης ποια τροφή ανεβάζει πολύ το σάκχαρο, π. χ. λευκό ρύζι, και ποια όχι, π. χ. εάν έχουμε ρύζι μπασμάτι, ποιος συνδυασμός είναι προτιμότερος; Δηλαδή ρύζι μπασμάτι μαζί με όσπρια (φακόρυζο) ή μαζί με λαχανικό (σπανακόρυζο). Τέλος, ποια είναι η προτιμότερη σειρά λήψης των τροφίμων (προτείνεται η σειρά: σαλάτα, πρωτεΐνη και μετά υδατάνθρακες) ώστε να επιτευχθούν τα καλύτερα μεταγευματικά επίπεδα γλυκόζης. Τα αποτελέσματα πολλών πρόσφατων μελετών με τη χρήση των CGMs έδειξαν ότι υπάρχουν πολλοί διατροφικοί παράγοντες, εκτός από την ποσότητα των υδατανθράκων, που επηρεάζουν σημαντικά τον μεταγευματικό έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα. Σύμφωνα με μελέτες, η ώρα λήψης του τροφίμου, η αλληλουχία των τροφίμων, ο γλυκαιμικός δείκτης, καθώς και η παρουσία λίπους είναι διατροφικοί καθοριστικοί παράγοντες που ποικίλλουν μεταξύ πρωινού, μεσημεριανού και βραδινού, με διαφορετικές επιδράσεις στο μεταγευματικό προφίλ γλυκόζης αίματος και στις απαιτήσεις σε ινσουλίνη. Επί του παρόντος, τα συστήματα παρακολούθησης της γλυκόζης γίνονται όλο και πιο κοινά, παρέχοντας πληροφορίες για τις καμπύλες γλυκόζης μετά την κατανάλωση γευμάτων. Σταδιακά το θέμα της «διατροφής» πρέπει να συμπεριληφθεί σε δομημένα προγράμματα εκπαίδευσης και θεραπείας που να επιτρέπουν στα άτομα με ΣΔτ1 και ΣΔτ2 να λαμβάνουν τις δικές τους αποφάσεις σχετικά με τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης του διαβήτη στη ζωή τους, να αποφεύγουν τις οξείες ή τις μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες του διαβήτη και να διατηρούν την ποιότητα ζωής. Οι συσκευές CGMs, κυρίως σήμερα, απευθύνονται στα άτομα με ΣΔτ1. Η θεραπεία γι’ αυτόν τον τύπο διαβήτη επικεντρώνεται στη διατήρηση των βέλτιστων επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, που επιτυγχάνονται με εντατική θεραπεία με ινσουλίνη, σωστή διατροφή και σωματική δραστηριότητα. Ωστόσο, οι αυξημένες μεταγευματικές συγκεντρώσεις γλυκόζης μπορεί επίσης να είναι επιζήμιες για μη διαβητικά άτομα αυξάνοντας τον κίνδυνο ανάπτυξης αγγειακών επιπλοκών, αλλά ακόμη και ανάπτυξη ΣΔτ2. Επομένως, τα CGM μπορεί επίσης να είναι πολύτιμα στην κλινική έρευνα να μελετήσουν και να εντοπίσουν τις διαφορές που προκαλούνται από τη διατροφή στις εκτιμώμενες συγκεντρώσεις γλυκόζης στο πλάσμα σε υγιείς, μη διαβητικούς ενήλικες. Συμπερασματικά, οι CGM άνοιξαν έναν νέο κόσμο στον τομέα της κλινικής διατροφής και του σακχαρώδους διαβήτη. Τόσο οι ιατροί και οι άλλοι επαγγελματίες υγείας π. χ. κλινικοί διαιτολόγοι όσο και οι ασθενείς έχουν τώρα την ευκαιρία για περισσότερο αποτελεσματική και εύκολη αξιολόγηση της γλυκαιμικής τους απάντησης σε διάφορους τύπους τροφίμων και γευμάτων. Αυτή η πληροφορία παρέχει κυρίως στους ασθενείς τη δυνατότητα να κάνουν περισσότερες ρυθμίσεις στην αρχική ινσουλίνη και στον τρόπο ζωής τους με βάση τις επιλογές φαγητού. Παράλληλα, με τις πρόσθετες διαθέσιμες πληροφορίες, οι επαγγελματίες υγείας έχουν την ευθύνη να εκπαιδεύσουν τους ασθενείς στον τρόπο ερμηνείας των δεδομένων και να λαμβάνουν τις κατάλληλες αποφάσεις. Οι πληροφορίες διευκολύνουν επίσης την ανάλυση των PPG απαντήσεων σε τρόφιμα που μπορεί να επηρεάσουν οδηγίες διατροφής για άτομα με διαβήτη.

figure 2
Γεύμα με ψάρι και σαλάτα.

Βιβλιογραφία

1. Dimosthenopoulos C, Liatis S, Kourpas E, Athanasopoulou E,
Driva S, Makrilakis K et al. The beneficial short-term effects of
a high-protein/low-carbohydrate diet on glycaemic control
assessed by continuous glucose monitoring in patients with
type 1 diabetes. Diabetes Obes Metab 2021, 23:1765-1774.


2. El Malahi A, Van Elsen M, Charleer S, Dirinck E, Ledeganck K,
Keymeulen B et al. Relationship between time in range, glycemic
variability, HbA1c, and complications in adults with type 1
diabetes mellitus. J Clin Endocrinol Metab 2022, 107:e570-e581.


3. Lejk A, Chrzanowski J, Cieślak A, Fendler W, Myśliwiec M. Reduced
carbohydrate diet influence on postprandial glycemia – results
of a short, CGM-based, interventional study in adolescents with
type 1 diabetes. Nutrients 2022, 14:4689.


4. Mortazavi BJ, Gutierrez-Osuna R. A review of digital innovations
for diet monitoring and precision nutrition. J Diabetes Sci
ΣΑΚΧΑΡΩΔΗΣ ΔΙΑΒΗΤΗΣ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
Technol 2023, 17:217-223.

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
MMedSci, PhD Κλινικός Διαιτολόγος-Βιολόγος Scientific Secretary of Diabetes Nutrition Study Group (DNSG)
Δεν υπάρχουν Σχόλια