Δυσλιπιδαιμία στον Διαβήτη: Στόχοι LDL και Θεραπεία με Στατίνες

«Αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας στον Σακχαρώδη Διαβήτη: Ο καθοριστικός ρόλος της LDL και οι σύγχρονοι θεραπευτικοί στόχοι.»

dyslipidaimia
Highlights
  • Ιδιαίτερα αθηρογόνο προφίλ: Στον Διαβήτη τύπου 2, η δυσλιπιδαιμία χαρακτηρίζεται από αυξημένα τριγλυκερίδια, χαμηλή HDL («καλή» χοληστερόλη) και παρουσία μικρών, πυκνών μορίων LDL, τα οποία είναι εξαιρετικά επικίνδυνα για τα αγγεία.
  • Πρώτη επιλογή οι στατίνες: Αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας, καθώς η μείωση της LDL κατά ~40 mg/dL ελαττώνει τα καρδιαγγειακά συμβάματα κατά 23%, ανεξάρτητα από τα αρχικά επίπεδα χοληστερόλης.
  • Νέοι αυστηροί θεραπευτικοί στόχοι: Πολύ υψηλός κίνδυνος: Μείωση της LDL κατά ≥50% με τελικό στόχο
  • Συνδυαστικές θεραπείες: Εάν δεν επιτευχθεί ο στόχος με τη μέγιστη ανεκτή δόση στατίνης, προστίθεται εζετιμίμπη (επιπλέον μείωση LDL κατά ~24%) και, αν χρειαστεί, αναστολείς PCSK9 (επιπλέον μείωση έως και 60%).
  • Δευτερεύοντες δείκτες (Non-HDL & ApoB): Επειδή η απλή μέτρηση της LDL δεν αποτυπώνει πλήρως τον κίνδυνο, συνιστάται η παρακολούθηση της non-HDL χοληστερόλης (στόχος
Elodi

Δυσλιπιδαιμία στον Διαβήτη: Στόχοι LDL και Θεραπεία με Στατίνες

Εισαγωγή – Δυσλιπιδαιμία

Ως δυσλιπιδαιμία ορίζεται η διαταραχή των λιπιδίων στο αίμα. Τα λιπίδια αποτελούνται από τα τριγλυκερίδια, που είναι η μορφή με την οποία τα λιπίδια αποθηκεύονται στον λιπώδη ιστό και χρησιμεύουν ως “καύσιμο”, την LDL-χοληστερόλη («κακή» χοληστερόλη), οι αυξημένες τιμές της οποίας προκαλούν αθηροσκλήρωση και την HDL-χοληστερόλη («καλή» χοληστερόλη), ρόλος της οποίας είναι η απομάκρυνση της κακής χοληστερόλης από τα τοιχώματα των αγγείων και η μεταφορά της στο ήπαρ, έτσι ώστε να αποβληθεί από τον οργανισμό.

Δυσλιπιδαιμία στον Σακχαρώδη Διαβήτη

Η αθηρογόνος δυσλιπιδαιμία είναι ένας από τους μείζονες παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών επιπλοκών σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 2, αλλά και σε άτομα με κοιλιακή παχυσαρκία, αντίσταση στην ινσουλίνη και διαταραχή ανοχής στη γλυκόζη. Η συχνότερη μορφή δυσλιπιδαιμίας στον διαβήτη τύπου 2 είναι η αύξηση των τριγλυκεριδίων τόσο σε κατάσταση νηστείας όσο και μεταγευματικά και η μείωση της HDL στο πλάσμα. Στον ΣΔ τύπου 2 κυρίως παρατηρούνται δομικές διαφορές στα μόρια των λιπιδίων (μικρό μέγεθος HDLχοληστερόλης και μικρά και πυκνά σε χοληστερίνη μόρια LDL-χοληστερόλης). Τα επίπεδα της απολιποπρωτεΐνης C-III (ApoC-III) είναι αυξημένα σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 2, γεγονός που μειώνει την αποδόμηση λιποπρωτεϊνών πλουσίων σε τριγλυκερίδια (TRLs) και αυξάνει τη συγκέντρωση στο αίμα των τριγλυκεριδίων.

Επίσης, παρατηρείται αύξηση των επιπέδων της απολιποπρωτεΐνης ApoB (ApoB) που οφείλεται στην αυξημένη συγκέντρωση μορίων που περιέχουν ApoB (χυλομικρά και VLDL). Οι συγκεντρώσεις της LDL-χοληστερόλης στο πλάσμα δεν διαφέρουν μεταξύ ασθενών με ΣΔ τύπου 2 και μη διαβητικών ατόμων αλλά οι ασθενείς με ΣΔ έχουν μικρότερο μέγεθος μορίων LDLχοληστερόλης, που θεωρείται πιο αθηρογόνος. Ως εκ τούτου, η μέτρηση μόνον της LDL-χοληστερόλης σε ασθενείς με ΣΔ δεν είναι επαρκής και είναι καλύτερα να προσδιορίζεται και η non-HDL χοληστερόλη.

figure 1
Συνέχεια της επεξηγηματικής απεικόνισης της αρτηρίας και των λιπιδικών εναποθέσεων.

Θεραπεία

Η LDL-χοληστερόλη είναι ο κύριος στόχος της υπολιπιδαιμικής αγωγής σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 2. Οι στατίνες είναι η κύρια κατηγορία φαρμάκων για την αντιμετώπιση της αυξημένης χοληστερόλης. Έχει αποδειχτεί ότι η χορήγηση στατινών μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων κατά 23% για κάθε περίπου 40 mg/dL μείωση της LDL-χοληστερόλης σε διάστημα 5 ετών, ανεξαρτήτως από τα αρχικά επίπεδα της LDL-χοληστερόλης. Μάλιστα, η μείωση του κινδύνου ήταν παρόμοια μεταξύ ασθενών με ΣΔ και μη διαβητικών. Ως εκ των ανωτέρω συμπεραίνεται, ότι η χορήγηση στατινών αποτελεί τη θεραπεία πρώτης επιλογής για την αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας σε ΣΔ τύπου 2.

Άλλα φάρμακα για την αντιμετώπιση της αυξημένης χοληστερόλης είναι η εζετιμίμπη και το μονοκλωνικό αντίσωμα που αναστέλλει το μόριο PCSK9. Η εζετιμίμπη μειώνει την LDL -χοληστερόλη κατά 24% και όταν προστεθεί στη θεραπεία με στατίνη ελαττώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρδιαγγειακών συμβαμάτων. Η χορήγηση μονοκλωνικών αντισωμάτων έναντι του μορίου της PCSK9 μειώνει επίσης την LDL-χοληστερόλη κατά 60% και η συγχορήγησή τους με στατίνη έχει αποδειχτεί ότι ελαττώνει επίσης τα καρδιαγγειακά συμβάματα.

Πρόσφατες κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η χορήγηση στατινών μπορεί να αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης ΣΔ. Φαίνεται ωστόσο, ότι αυτή η αύξηση αφορά σε άτομα που ήδη βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη ΣΔ (π.χ. άτομα με προδιαβήτη). Πρέπει εδώ να τονιστεί, ότι το όφελος από τη χορήγηση στατινών είναι σαφώς μεγαλύτερο από την πιθανότητα ανάπτυξης ΣΔ σε αυτούς τους ασθενείς. Επίσης, παρόμοιος αυξημένος κίνδυνος για εμφάνιση ΣΔ δεν έχει παρατηρηθεί με τη χορήγηση αναστολέων της PCSK9 ή εζετιμίμπης.

Για την αντιμετώπιση των διαταραχών των τριγλυκεριδίων και της HDL-χοληστερόλης, συνιστάται μείωση του σωματικού βάρους, άσκηση και τροποποίηση της δίαιτας (πολυακόρεστα, φρούτα, λαχανικά). Το όφελος από τη φαρμακευτική μείωση των τριγλυκεριδίων αποτελεί ακόμη θέμα διαφωνίας, καθώς υπήρξαν μελέτες που δεν κατέδειξαν σημαντική μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμάτων σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 2. Ωστόσο, το σύνολο των μελετών υποδηλώνει ότι ασθενείς με ΣΔ τύπου 2 ωφελούνται σημαντικά από τη μείωση των τριγλυκεριδίων με φιμπράτες, όταν συγχορηγούνται με στατίνες. Τα στοιχεία που υπάρχουν ως προς τη χορήγηση ω-3 λιπαρών οξέων δεν είναι απολύτως σαφή, καθώς τα αποτελέσματα των μελετών ήταν αμφιλεγόμενα. Με βάση τις πρόσφατες κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αθηροσκλήρωσης συνιστώνται τα κάτωθι:

  • Σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 2 που βρίσκονται σε πολύ υψηλό κίνδυνο, συνιστάται μείωση της LDL-χοληστερόλης ίση ή πάνω από το 50% της αρχικής τιμής με στόχο επίπεδα LDL-χοληστερόλης κάτω από 55 mg/dL.
  • Σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 2 που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο συνιστάται μείωση της LDL-χοληστερόλης ίση ή πάνω από το 50% της αρχικής τιμής με στόχο επίπεδα LDL-χοληστερόλης κάτω από 70 mg/dL.
  • Οι στατίνες συνιστώνται σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 1 που βρίσκονται σε πολύ υψηλό ή υψηλό κίνδυνο.
  • Συνιστάται αύξηση της δόσης της στατίνης στη μέγιστη ανεκτή, πριν τη χορήγηση συνδυασμένης θεραπείας. Επί μη επίτευξης του στόχου για την LDL-χοληστερόλη συνιστάται προσθήκη εζετιμίμπης και επί μη επίτευξης προσθήκη αναστολέων της PCSK9.
  • Η χορήγηση στατίνης πρέπει ενδεχομένως να αποτελεί θεραπευτική επιλογή σε ασθενείς με ΣΔ τύπου 1 και 2 ηλικίας ίσης ή μικρότερης των 30 ετών στους οποίους υπάρχει προσβολή των οργάνων στόχος και/ή τα επίπεδα LDL-χοληστερόλης είναι πάνω από 100 mg/dL.
  • Δευτερογενή στόχο της θεραπείας αποτελεί η ελάττωση της συγκέντρωσης της non-HDL χοληστερόλης και της ApoB, καθώς είναι καλοί δείκτες των λιποπρωτεϊνών πλουσίων σε τριγλυκερίδια (TRLs).
  • Σε ασθενείς που βρίσκονται σε πολύ υψηλό κίνδυνο συνιστάται μείωση της non-HDL χοληστερόλης σε επίπεδα χαμηλότερα των 85 mg/dL και της ApoB σε επίπεδα κάτω των 65 mg/dL, ενώ για τους ασθενείς με υψηλό κίνδυνο συνιστάται μείωση της non-HDL χοληστερόλης σε επίπεδα κάτω των 100 mg/dL και της ApoB σε επίπεδα κάτω των 80 mg/dL. Σε ασθενείς με πολύ υψηλό κίνδυνο και υποτροπιάζοντα αθηροσκληρωτικά καρδιαγγειακά συμβάματα (π.χ. στεφανιαία επεισόδια) συνιστάται μείωση της non-HDL χοληστερόλης και της ApoB σε επίπεδα χαμηλότερα από τα 70 mg/dL και τα 55 mg/dL, αντίστοιχα.
 
figure 2

Βιβλιογραφία

1. Mach F, Baigent C, Catapano AL, Koskinas KC, Casula M, Badimon
L et al. 2019 ESC/EAS Guidelines for the management of
dyslipidaemias: lipid modification to reduce cardiovascular risk.
Eur Heart J 2020;41:111-188.

Elodi
Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Αναπληρωτής Καθηγητής Παθολογίας Παθολογική Κλινική Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας
Δεν υπάρχουν Σχόλια