Έγκριση φαρμάκου για την πρόληψη του διαβήτη τύπου 1
Ανδριανή Βαζαίου, MD, PhD
Παιδίατρος-Διαβητολόγος
Διευθύντρια, Υπεύθυνη Διαβητολογικού Κέντρου
Α΄ Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Π&Α Κυριακού»
Ο Αμερικανικός Οργανισμός Φαρμάκων και Τροφίμων (FDA) των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΗΠΑ) ενέκρινε ένα φάρμακο το οποίο ονομάζεται τεπλίζουμαμπ (teplizumab) για την πρόληψη του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1). Είναι η πρώτη φορά που εγκρίνεται ένα φάρμακο για την πρόληψη του διαβήτη εδώ και 100 χρόνια που ανακαλύφθηκε η ινσουλίνη. Μέχρι σήμερα δεν είχε ποτέ εγκριθεί φάρμακο για την πρόληψη του ΣΔτ1. Στις κλινικές μελέτες το τεπλίζουμαμπ καθυστέρησε τον διαβήτη κατά 3 χρόνια στα άτομα που βρίσκονταν σε υψηλό κίνδυνο για εμφάνιση ΣΔτ1. Σήμερα μπορεί να συνταγογραφηθεί στις ΗΠΑ σε άτομα που δεν έχουν ακόμη εμφανίσει διαβήτη, αλλά είναι υψηλού κινδύνου και επομένως μπορεί να εμφανίσουν διαβήτη στο μέλλον.
Αφού αξιολόγησε όλα τα δεδομένα, η Επιτροπή στον FDA αποφάσισε ότι το teplizumab είναι ασφαλές και αποτελεσματικό στην πρόληψη του σακχαρώδους διαβήτη. Εγκρίθηκε για άτομα ηλικίας 8 ετών και μεγαλύτερα. Η έγκριση αυτή έχει σημασία, γιατί κάθε ημέρα χωρίς διαβήτη τύπου 1 μετράει. Η καθυστέρηση της διάγνωσης σημαίνει ότι τα άτομα υψηλού κινδύνου θα ζήσουν κάποια χρόνια χωρίς να ανησυχούν για ενέσεις, υπογλυκαιμίες και μέτρηση υδατανθράκων. Επίσης, αυτό σημαίνει περισσότερα χρόνια με τιμές σακχάρων στα φυσιολογικά επίπεδα, γεγονός το οποίο υποδηλώνει και μικρότερο κίνδυνο μακροχρόνιων επιπλοκών. Ακόμη, η καθυστέρηση της διάγνωσης του διαβήτη σε μεγαλύτερη ηλικία ίσως είναι προτιμότερη, γιατί το άτομο, ενδεχομένως, να μπορεί να χειριστεί καλύτερα το διαβήτη του. Εξετάζεται η έγκριση του teplizumab στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά δεν έχει ακόμη λάβει έγκριση εκεί. Ωστόσο, η έγκριση του φαρμάκου στις ΗΠΑ θα ανοίξει τον δρόμο για την έγκρισή του και στην Ευρώπη.
Τι είναι το teplizumab;
Στον ΣΔτ1 το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν την ινσουλίνη και τα καταστρέφει. Για τον λόγο αυτόν ο οργανισμός δεν μπορεί να παράγει ινσουλίνη, την ορμόνη που είναι απαραίτητη για τη διαχείριση του σακχάρου. Όταν λείπει η ινσουλίνη αυξάνεται η συγκέντρωση του σακχάρου στο αίμα. Όταν τα επίπεδα του σακχάρου ανέβουν πολύ, >180 mg/dL, το σάκχαρο βγαίνει στα ούρα και αρχίζουμε να έχουμε τα συμπτώματα του διαβήτη, όπως πολυουρία, πολυδιψία, απώλεια βάρους, κόπωση κ. λπ. Τα παιδιά και οι έφηβοι συχνά εμφανίζονται με διαβητική κετοξέωση. Η ανοσοθεραπεία είναι μια νέα θεραπεία η οποία ξαναπρογραμματίζει το ανοσοποιητικό σύστημα για να εμποδίσει την επίθεση στο πάγκρεας. Το teplizumab ανήκει στην κατηγορία των ανοσοθεραπευτικών φαρμάκων, τα οποία ονομάζονται μονοκλωνικά αντισώματα. Τα αντισώματα είναι πρωτεΐνες που παράγονται από το ανοσοποιητικό μας σύστημα. Τα εν λόγω αντισώματα αναζητούν επικίνδυνους εισβολείς, όπως βακτήρια ή ιούς, και τους σημαδεύουν για να τους καταστρέψει ο οργανισμός. Οι επιστήμονες μπορούν να φτιάξουν αντισώματα στο εργαστήριο για να δημιουργήσουν θεραπείες που εισάγουν αυτά τα νέα αντισώματα στο ανοσοποιητικό σύστημα. Με το teplizumab οι επιστήμονες έφτιαξαν ένα αντίσωμα το οποίο προγραμματίστηκε να κυνηγά και να αποδυναμώνει τα κύτταρα «φονιάδες» του ανοσοποιητικού συστήματος που είναι υπεύθυνα για την καταστροφή των β-κυττάρων του παγκρέατος. Αυτό βοηθά στην προστασία κάποιων β-κυττάρων από την επίθεση του ανοσοποιητικού συστήματος, ώστε να μπορέσουν να διατηρήσουν την ινσουλίνη τους για μεγαλύτερο διάστημα. Συγκεκριμένα, το teplizumab είναι ένα αντι-CD3 αντίσωμα. Η πρώτη μελέτη που έδειξε ότι το teplizumab πιθανόν να είναι αποτελεσματικό ήταν μια μελέτη η οποία διεξήχθη σε 76 άτομα, ηλικίας 8-49 ετών που ήταν υψηλού κινδύνου για την εμφάνιση ΣΔτ1. Αυτοί που έλαβαν teplizumab είχαν μικρότερη πιθανότητα να εμφανίσουν διαβήτη στο χρονικό διάστημα της παρακολούθησης, σε σχέση με την ομάδα μαρτύρων, οι οποίοι έλαβαν το εικονικό φάρμακο. Τα άτομα τα οποία εμφάνισαν διαβήτη κατά τη διάρκεια της μελέτης διαγνώστηκαν 3 χρόνια αργότερα έναντι εκείνων που έλαβαν το εικονικό φάρμακο. Αυτή ήταν η πρώτη κλινική μελέτη που έδειξε ότι μπορούμε να παρέμβουμε και να επιβραδύνουμε την εμφάνιση του ΣΔτ1 στα άτομα υψηλού κινδύνου.
Πώς δίνεται το teplizumab;
Το teplizumab χορηγείται με μια ενδοφλέβια έγχυση ημερησίως για 14 συνεχείς ημέρες. Κάθε έγχυση διαρκεί περίπου 30 min και ακολουθούν 2 ώρες παρακολούθησης.
Υπάρχουν ανεπιθύμητες ενέργειες του teplizumab;
Όπως όλα τα φάρμακα, έτσι και το teplizumab έχει κάποιες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι εξάνθημα δέρματος και λευκοπενία (δηλαδή μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος). Τα λευκά αιμοσφαίρια άρχισαν να ανεβαίνουν μετά από 7 ημέρες στους συμμετέχοντες στη μελέτη. Οι συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παροδικές και δεν είχαν σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία τους. Για τον λόγο αυτόν το φάρμακο θεωρήθηκε ασφαλές.
Μπορεί να δοθεί το teplizumab σε άτομα που έχουν διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 1;
Μέχρι τώρα, η έγκριση που δόθηκε από τον FDA αφορά σε άτομα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση ΣΔτ1 στο επόμενο διάστημα. Ωστόσο, το teplizumab, όπως και άλλες ανοσοθεραπείες, δοκιμάζονται στο στάδιο της πρωτοδιάγνωσης του διαβήτη. Όσα περισσότερα β-κύτταρα μπορούμε να διασώσουμε, τόσο περισσότερη ινσουλίνη ενδέχεται να παράγει το άτομο από μόνο του και, επομένως, τόσο το καλύτερο. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι όσο πιο έγκαιρα παρέμβουμε, τόσο περισσότερα β-κύτταρα μπορούμε να διασώσουμε. Ωστόσο, πιστεύεται ότι στο μέλλον οι ανοσοθεραπείες μπορεί να αποτελούν μέρος της θεραπείας των ατόμων που έχουν διαγνωστεί ήδη με σακχαρώδη διαβήτη. Οι επιστήμονες προσπαθούν να βρουν τρόπους να αναπληρώσουν ή να ξαναδημιουργήσουν τα β-κύτταρα που έχουν ήδη καταστραφεί. Εφόσον το επιτύχουν, οι ανοσοθεραπείες μπορεί δυνητικά να χρησιμοποιηθούν παράλληλα με τη θεραπεία αναπλήρωσης των β-κυττάρων για να προστατέψουν τα νέα β-κύτταρα από την επίθεση του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι ανοσοθεραπείες σήμερα είναι πολύ διαδεδομένες και χορηγούνται σε διάφορα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως π. χ. στη ρευματοειδή αρθρίτιδα κ. λπ.
Πώς μπορούμε να βρούμε ποια άτομα είναι σε κίνδυνο για διαβήτη τύπου 1;
Οι επιστήμονες έχουν ανακαλύψει ότι μπορούμε να ανιχνεύσουμε σε ποια άτομα έχει ενεργοποιηθεί το ανοσοποιητικό σύστημα και έχει αρχίσει η επίθεση κατά των β-κυττάρων του παγκρέατος, πολύ πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα του ΣΔτ1 και τεθεί η διάγνωση της νόσου. Με μια απλή εξέταση αίματος μπορούμε να ανιχνεύσουμε αντισώματα που υποδηλώνουν ότι έχει αρχίσει η καταστροφή των β-κυττάρων και, συνεπώς, το συγκεκριμένο άτομο έχει υψηλό κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη στο επόμενο χρονικό διάστημα. Τα αντισώματα αυτά είναι τα αντι-GAD (αντισώματα έναντι της γλουταμικής αποκαρβοξυλάσης), τα αντι-ΙΑ2 αντισώματα (αντισώματα έναντι τυροσινικής φωσφατάσης του νησιδιακού αντιγόνου 2), τα αντι-ΖnT8 αντισώματα (αντισώματα έναντι του μεταφορέα ψευδαργύρου 8) και τα αντι-ινσουλινικά αντισώματα. Τα τελευταία είναι συχνότερα σε άτομα μικρής ηλικίας. Η εμφάνιση και η παραμονή πολλαπλών αντισωμάτων είναι παράγοντας κινδύνου για κλινικό διαβήτη και σύμφωνα με την Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία (ADA) μπορεί να αποτελεί ένδειξη για παρέμβαση στο πλαίσιο κλινικής μελέτης ή ελέγχου για διαβήτη τύπου 1, σταδίου 2. Το στάδιο 2 είναι ένα προστάδιο διαβήτη τύπου 1, στο οποίο το άτομο παρουσιάζει θετικούς ανοσολογικούς δείκτες (δηλαδή αυτοαντισώματα) και στις δοκιμασίες της από του στόματος χορήγησης γλυκόζης -γνωστής ως δοκιμασία ανοχής γλυκόζης- παρουσιάζει δυσγλυκαιμία, δηλαδή δεν έχει φυσιολογικό μεταβολισμό σακχάρου αίματος, αλλά παρουσιάζει παθολογικές τιμές σακχάρου (συγκεκριμένα τιμή σακχάρου νηστείας 100-125 mg/dL ή/και παθολογική ανοχή σακχάρου, το οποίο σημαίνει τιμή σακχάρου 140-199 mg/dL, 2 ώρες μετά τη χορήγηση διαλύματος γλυκόζης, ή/ και τιμή γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης 5,7-6,4%). Η ADA μέχρι πρότινος συνιστούσε τον έλεγχο σε άτομα που είναι υψηλού κινδύνου για εμφάνιση ΣΔτ1, είτε στο πλαίσιο ερευνητικού πρωτοκόλλου, είτε ως επιλογή σε περίπτωση συγγενών πρώτου βαθμού ατόμων που έχουν διαγνωστεί με ΣΔτ1. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με διαγνωσμένο ΣΔτ1 έχουν 15 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εκείνου του γενικού πληθυσμού να εμφανίσουν διαβήτη. Ωστόσο, τώρα μετά την έγκριση του teplizumab αναμένεται ότι θα επιτραπεί ευρύτερος έλεγχος για άτομα υψηλού κινδύνου για εμφάνιση διαβήτη τύπου 1, τουλάχιστον για ηλικίες 8 ετών και άνω. Ένα άλλο πλεονέκτημα της έγκαιρης διάγνωσης των ατόμων υψηλού κινδύνου για διαβήτη τύπου 1, εκτός από τη συμμετοχή τους σε ερευνητικές μελέτες για πρόληψη της νόσου ή για τη χορήγηση του teplizumab, είναι και η δυνατότητα πρόληψης της διαβητικής κετοξέωσης, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι με τον τρόπο αυτόν μπορούν να διασωθούν περισσότερα β-κύτταρα. Τώρα πιστεύεται ότι μετά την έγκριση του teplizumab στις διάφορες χώρες, θα επιτραπεί και θα αποζημιώνεται ο έλεγχος με αυτοαντισώματα, τουλάχιστον για τις ηλικίες έγκρισης του φαρμάκου. Μέχρι σήμερα δεν είχε καθιερωθεί ο έλεγχος για τον εντοπισμό των ατόμων υψηλού κινδύνου για διαβήτη τύπου 1 με επίσημες συστάσεις από τις επιστημονικές εταιρείες, εκτός από τις ερευνητικές μελέτες, γιατί δεν υπήρχε μια εγκεκριμένη θεραπεία για την πρόληψη του ΣΔτ1. Eίναι γεγονός ότι ο έλεγχος θα βοηθούσε στην καλύτερη παρακολούθηση ατόμων που θα εμφανίσουν διαβήτη τύπου 1 τα επόμενα χρόνια και, επομένως, θα μπορούσε να αποφευχθεί η διαβητική κετοξέωση που θα εξαντλούσε ακόμη περισσότερο τα β-κύτταρα του παγκρέατος. Ωστόσο, ορισμένες οικογένειες ενδεχομένως να μην μπορούσαν να αντέξουν το βάρος της πληροφορίας για επικείμενο ΣΔτ1 και αυτό πιθανόν να προκαλούσε μεγάλη αναστάτωση στη ζωή τους. Υπάρχουν διάφορα ερευνητικά προγράμματα ελέγχου για προδιαβήτη τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε όλες όμως τις χώρες που τρέχουν διάφορα προγράμματα πρόληψης, οι συμμετέχοντες μπορεί να λάβουν το φάρμακο ελέγχου ή μπορεί να ενταχθούν στην ομάδα των μαρτύρων στην οποία θα λάβουν το εικονικό φάρμακο, γιατί τα εν λόγω προγράμματα είναι ερευνητικά. Τώρα που υπάρχει διαθέσιμο φάρμακο για την πρόληψη του διαβήτη, αναμένεται να τροποποιηθούν οι συστάσεις των επιστημονικών εταιρειών για το πότε και ποια άτομα πρέπει να ελέγχονται για εμφάνιση διαβήτη τύπου 1.

