Τα δεδομένα φορητών αισθητήρων γλυκόζης μπορούν να συνδράμουν στον εντοπισμό ασθενών που χρειάζονται περισσότερη υποστήριξη για τη ρύθμιση του διαβήτη
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΠΑΤΟΥΝΗ
Παιδίατρος Διαβητολόγος
Επιμελήτρια Α’ Διαβητολογικού Κέντρου
Α’ Παιδιατρική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο
Παίδων Αθηνών «Π&Α Κυριακού»
Πρόσφατη μελέτη του Κολεγίου Dartmouth που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό “Science Advances” έδειξε, με τη βοήθεια της συνεχούς παρακολούθησης σακχάρου, ότι το πόσο καλά διαχειρίζονται τα άτομα με διαβήτη το σάκχαρό τους εξαρτάται από τον χρόνο εμπειρίας τους σε σχέση με την πάθηση, τη συνολική επιτυχία τους στον έλεγχο των επιπέδων της γλυκόζης τους, καθώς και από την εποχή και την ώρα της ημέρας. Η μελέτη αυτή έδειξε επιπλέον ότι οι εποχικές διακυμάνσεις στα επίπεδα γλυκόζης σχετίζονται με την ηλικία των ασθενών και τη συνολική εικόνα της γλυκαιμικής τους ρύθμισης. Τα ευρήματα θα μπορούσαν να συνδράμουν τους ιατρούς στον εντοπισμό των ατόμων εκείνων με διαβήτη που ενδεχομένως θα επωφελούνταν από περισσότερες οδηγίες για τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα τους, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους. Οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα από αισθητήρες συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης 137 ατόμων από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ηλικίας 2-76 ετών, που έπασχαν κατά κύριο λόγο από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1), προκειμένου να διαπιστώσουν τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονταν το σάκχαρό τους σε καθημερινή βάση.
Τρισδιάστατο μοριακό μοντέλο της γλυκόζης.
Αναλύοντας περισσότερες από 91.000 ημέρες δεδομένων, η μελέτη παρέχει την πλέον λεπτομερή, διαθέσιμη ματιά, έως σήμερα, στον τρόπο με τον οποίο η διαχείριση του διαβήτη μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με τον μήνα, την ημέρα, την ηλικία ή ακόμη και την εμπειρία του ατόμου με διαβήτη σε σχέση με την πάθηση. Οι ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη έτειναν να παρουσιάζουν καλύτερες τιμές σακχάρου στο αίμα από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τους ερευνητές. Σε αυτούς τους θερμότερους μήνες, όταν τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας είναι συνήθως υψηλότερα, τα επίπεδα γλυκόζης παρέμεναν στο εύρος εντός στόχου (δηλαδή μεταξύ 70-180 mg/dL) για μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας από τον μέσο όρο. Ωστόσο, τους ψυχρότερους μήνες του έτους, δηλαδή από τον Οκτώβριο έως τον Φεβρουάριο, ο χρόνος σε τιμές σακχάρου εντός στόχου ήταν χαμηλότερος από τον μέσο όρο. Το εν λόγω φαινόμενο ήταν περισσότερο έντονο κατά τη διάρκεια των διακοπών για συμμετέχοντες όλων των ηλικιών, με τις ημέρες της Πρωτοχρονιάς και των Χριστουγέννων να βρίσκονται στην κορυφή της λίστας των ημερών κατά τις οποίες τα επίπεδα σακχάρου ξέφευγαν συχνότερα από το επιθυμητό εύρος στόχου. Η ημέρα της Ανεξαρτησίας ήταν τρίτη στη λίστα των ημερών κατά τις οποίες καταγράφηκε κακός έλεγχος της γλυκόζης, παρά το γεγονός ότι πρόκειται κατά κανόνα για ημέρα με ζεστό καιρό. «Αναζητούμε συγκεκριμένα μοτίβα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν για να επικαιροποιήσουμε τις κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες και να δημιουργηθεί το έδαφος για στοχευμένες παρεμβάσεις», αναφέρει η Temiloluwa Prioleau, η οποία είναι καθηγήτρια επιστήμης υπολογιστών και μία από τους συγγραφείς της μελέτης. Οι ερευνητές σημειώνουν ότι η πλειονότητα των συμμετεχόντων στη μελέτη τους είχε ΣΔτ1. Επομένως δεν είναι σαφές αν τα συμπεράσματα αυτά μπορούν να γενικευτούν και σε άτομα με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2). Ορισμένοι ερευνητές και επαγγελματίες υγείας έχουν διατυπώσει την υπόθεση ότι οι αλλαγές στα επίπεδα δραστηριότητας, στον τρόπο ζωής και στην πρόσληψη τροφής κατά τη διάρκεια διαφορετικών εποχών επιδρούν στη ρύθμιση της γλυκόζης στο αίμα. Μέσω του μεγάλου διαθέσιμου όγκου των δεδομένων τους, οι ερευνητές ήταν επίσης σε θέση να μελετήσουν ημερήσιες και εβδομαδιαίες διακυμάνσεις. Διαπίστωσαν ότι τα επίπεδα γλυκόζης των ατόμων με διαβήτη ήταν πιο πιθανό να παραμείνουν φυσιολογικά από τη Δευτέρα έως την Παρασκευή, και ιδιαίτερα κατά τις εργάσιμες ώρες, από 9 π.μ. έως 5 μ.μ., σε σχέση με τα Σαββατοκύριακα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η εργασιακή ρουτίνα της εβδομάδας έχει θετική επίδραση στη ρύθμιση της γλυκόζης. Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα αποτελέσματα ήταν το πόσο αποτελεσματικά διαχειρίζονται το σάκχαρό τους διαφορετικές ηλικιακές ομάδες.
Η χρήση συστημάτων συνεχούς παρακολούθησης γλυκόζης επιτρέπει τον εντοπισμό της εποχιακής διακύμανσης του σακχάρου, δεδομένου ότι τα άτομα είναι λιγότερο δραστήρια τους ψυχρότερους μήνες του έτους και καταναλώνουν περισσότερα γλυκά και θερμίδες κατά τις αργίες, ενώ τους θρεμότερους μήνες έχουν υψηλότερα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας και καλύτερα επίπεδα σακχάρου. Η συζήτηση με τον θεράποντα ιατρό για την αναγνώριση αυτών των μοτίβων μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη διαχείριση του διαβήτη.
«Διαπιστώσαμε ότι οι νεαροί ενήλικες, ηλικίας 19-34 ετών, ήταν λιγότερο ικανοί στη διαχείριση της γλυκόζης και πιθανόν αυτό να αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα της συγκεκριμένης ηλικίας, τα οποία μόλις ανεξαρτητοποιήθηκαν σε σχέση με τη φροντίδα της υγείας τους και δεν έχουν πλέον την επίβλεψη των γονέων ή των φροντιστών τους» αναφέρουν οι Belsare et al. Η συγκεκριμένη μελέτη ωστόσο δεν εξετάζει τους παράγοντες, οι οποίοι οδηγούν στα μοτίβα διακύμανσης γλυκόζης που διαπιστώθηκαν. «Νομίζω ότι η απάντηση στο “γιατί” θα ήταν διαφορετική για διαφορετικούς ανθρώπους» αναφέρει μία από τους συγγραφείς, η Prioleau. «Στόχος μας είναι να επισημάνουμε αυτά που παρατηρούμε σε επίπεδο πληθυσμού. Ας ελπίσουμε ότι αυτό θα ενθαρρύνει τα άτομα με διαβήτη να αξιοποιήσουν τα δικά τους δεδομένα από το παρελθόν για να διαμορφώσουν κατάλληλα τη μελλοντική τους φροντίδα, μέσω αλλαγών συμπεριφοράς, όταν αυτό είναι εφικτό, ή μέσω άλλων τύπων παρέμβασης». Ο Andrew Crawford, καθηγητής Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Geisel και Διευθυντής Ενδοκρινολογίας στο Ιατρικό Κέντρο Dartmouth Hitchcock, αν και δε συμμετείχε στη μελέτη, αναφέρει ότι η σχετική έρευνα θα μπορούσε να συνδράμει στην αύξηση της ευαισθητοποίησης των ιατρών σχετικά με το ότι ορισμένοι ασθενείς χρειάζονται περισσότερο εστιασμένη καθοδήγηση σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους.
Ως θεράπων ιατρός ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη, ο Crawford αναφέρει ότι οι εποχικές διακυμάνσεις που περιγράφονται στη συγκεκριμένη μελέτη, πράγματι συνάδουν με αυτό που παρατηρούν οι ιατροί στην κλινική πράξη. Οι άνθρωποι τείνουν να είναι λιγότερο δραστήριοι τους ψυχρότερους μήνες του έτους και να καταναλώνουν περισσότερες θερμίδες και γλυκά κατά τις αργίες στο τέλος του χρόνου. Κατά τους θερμότερους μήνες, συνήθως έχουμε υψηλότερα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας, γεγονός που ευαισθητοποιεί τον οργανισμό στη δράση της ινσουλίνης και βελτιώνει τον έλεγχο της γλυκόζης. «Αυτό που με εξέπληξε περισσότερο, ωστόσο, ήταν ότι η εποχική διακύμανση και κυρίως οι αλλαγές οι οποίες διαπιστώθηκαν κατά τις σημαντικές αργίες του έτους, δεν ήταν καθολικές και διέφεραν σημαντικά από άτομο σε άτομο ανάλογα με την ηλικία και το πόσο καλή ήταν η ρύθμιση του σακχάρου καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους» αναφέρει ο Crawford. «Η διαπίστωση αυτή υπογραμμίζει το γεγονός ότι ο διαβήτης είναι σε μεγάλο βαθμό μια αυτοδιαχειριζόμενη ασθένεια και ότι τα άτομα με λιγότερη εμπειρία στη διαχείριση του νοσήματός τους χρειάζονται πρόσθετη εκπαίδευση και υποστήριξη κατά τη διάρκεια των εορτών για να αποφύγουν την υπεργλυκαιμία». Δεδομένου του πλούτου των πληροφοριών που δυνητικά είναι κρυμμένες σε στοιχεία από φορητούς αισθητήρες γλυκόζης, η πρόσβαση σε πραγματικές πληροφορίες ατόμων με διαβήτη είναι ζωτικής σημασίας για την έρευνα και την κλινική πράξη, σύμφωνα με την Prioleau. Σε μια προηγούμενη μελέτη, η συγκεκριμένη επιστήμονας συνεργάστηκε με μια ομάδα ερευνητών για τη δημιουργία ενός ανώνυμου συνόλου δεδομένων, το οποίο είναι διαθέσιμο στην επιστημονική κοινότητα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές μελέτες που αποσκοπούν στην αποσαφήνιση του διαβήτη. «Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με το πώς μπορούμε να εξατομικεύσουμε αποτελεσματικά τη διαχείριση του σακχαρώδους διαβήτη. Η γνώση που πηγάζει από τη μελέτη των μοναδικών δεδομένων του κάθε ατόμου μπορεί να μας καθοδηγήσει ώστε να επιτύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τα άτομα με διαβήτη» επισήμανε η Prioleau.
Βιβλιογραφία
Belsare P, Bartolome A, Stanger C, Prioleau T. Understanding temporal changes and seasonal variations in glycemic trends using wearable data. Sci Adv 2023, 9:eadg2132.

