Οστεοπόρωση και διαβήτης τύπου 1: Πώς προλαμβάνεται

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης Τύπου 1 αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων: Η έγκαιρη πρόληψη, ο σωστός γλυκαιμικός έλεγχος και η φροντίδα της σκελετικής υγείας είναι απαραίτητα.

osteoporosi
Highlights
  • 4-6 Φορές Υψηλότερος Κίνδυνος Κατάγματος: Οι ασθενείς με ΣΔτ1 μεγάλης διάρκειας διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο για οστεοπορωτικά κατάγματα, ιδιαίτερα στο ισχίο, ακόμα και σε νεαρότερες ηλικίες (κάτω των 65 ετών).
  • Βιοχημικοί Μηχανισμού Βλάβης: Η υπεργλυκαιμία, τα τελικά προϊόντα προχωρημένης γλυκοζυλιωσης (AGEs) και οι διαταραχές στη μικροκυκλοφορία των οστών μειώνουν την κορυφαία οστική πυκνότητα και αυξάνουν την ευθραυστότητα των οστών.
  • Συνδυασμός Ασβεστίου & Βιταμίνης D: Συνιστάται η επαρκής διατροφική πρόσληψη ή συμπλήρωση ασβεστίου (1.000–1.200 mg/ημέρα για γυναίκες >51 ετών) σε συνδυασμό με βιταμίνη D για τη δραστική μείωση των μη σπονδυλικών καταγμάτων.
  • Άσκηση & Πρόληψη Πτώσεων: Η τακτική αεροβική άσκηση και οι ασκήσεις ενδυνάμωσης/ισορροπίας διατηρούν την οστική μάζα, βελτιώνουν τον μυϊκό τόνο και βοηθούν τη δράση της ινσουλίνης στη ρύθμιση της γλυκόζης.
  • Έγκαιρος Έλεγχος (BMD)
Elodi

Πρόληψη της οστεοπόρωσης στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1

Λουκία Σπάνου
Ενδοκρινολόγος, Επιμελήτρια Β΄ Τμήματος Ενδοκρινολογίας-Διαβήτη και Μεταβολισμού, ΓΝΑ «Κοργιαλένειο-Μπενάκειο Ε.Ε.Σ.»

Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι μια διαταραχή του μεταβολισμού κατά την οποία ο οργανισμός παράγει πολύ λίγη ή καθόλου ινσουλίνη, ή η ινσουλίνη που παράγεται έχει μειωμένη δράση στα όργανα-στόχους, κυρίως στους μυς και στο ήπαρ (ινσουλινοαντίσταση).

Μετά από ένα γεύμα, τα σάκχαρα που περιέχει, κυρίως η γλυκόζη, περνούν στην κυκλοφορία του αίματος και χρησιμοποιούνται από τα κύτταρα για την παραγωγή ενέργειας. Για να εισέλθει η γλυκόζη στα κύτταρα χρειάζεται τη δράση της ινσουλίνης, μιας ορμόνης που παράγεται από το πάγκρεας.

  • Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 (ΣΔτ1) το πάγκρεας παράγει λίγη ή καθόλου ινσουλίνη. Η μορφή αυτή είναι αυτοάνοσης αιτιολογίας και εμφανίζεται συνήθως σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία.
  • Στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) το πάγκρεας παράγει ινσουλίνη, αλλά είτε δεν επαρκεί για τις ανάγκες του μεταβολισμού είτε δεν μπορεί να δράσει σωστά στα όργανα-στόχους. Η μορφή αυτή είναι συχνότερη σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, υπέρβαρα ή παχύσαρκα.

Και στις δύο περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του σακχάρου στο αίμα, με μακροπρόθεσμες επιπλοκές στο καρδιαγγειακό σύστημα, στους νεφρούς, στα μάτια και στο νευρικό σύστημα.

Τι είναι η οστεοπόρωση

Η οστεοπόρωση είναι μια συστηματική νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλή οστική μάζα και δομική φθορά του οστίτη ιστού. Αυτό κάνει τα οστά πιο εύθραυστα και επιρρεπή σε κατάγματα, ιδιαίτερα στο ισχίο, στη σπονδυλική στήλη και στον καρπό, χωρίς να αποκλείονται και άλλες θέσεις.

Η συχνότητα της οστεοπόρωσης αυξάνεται με την ηλικία. Μετά τα 50, το 1/3 των γυναικών και το 1/5 των ανδρών έχει υποστεί κάποιο κάταγμα που σχετίζεται με την οστεοπόρωση. Υπολογίζεται ότι περίπου 125 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη, στην Ινδία, στην Ιαπωνία και στις Ηνωμένες Πολιτείες πάσχουν από οστεοπόρωση. Αντίστοιχα, και η συχνότητα του σακχαρώδους διαβήτη αυξάνεται με την ηλικία, με σχεδόν 422 εκατομμύρια ανθρώπους να πάσχουν παγκοσμίως.

Η σχέση διαβήτη και οστεοπόρωσης

Η σχέση μεταξύ οστεοπόρωσης και σακχαρώδους διαβήτη είναι γνωστή εδώ και πολλά χρόνια. Οι μελέτες δείχνουν ότι ο διαβήτης επιβαρύνει τη σκελετική υγεία, διαταράσσοντας τη δομή των οστικών δοκίδων και την οστική πυκνότητα.

Τα άτομα με ΣΔτ1 μακράς διάρκειας έχουν 4-6 φορές υψηλότερο κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Επιπλέον, ο κίνδυνος κατάγματος ισχίου στον ΣΔτ1 ξεκινά πολύ πριν από την ηλικία των 65 ετών. Αν και ο κίνδυνος οστεοπόρωσης αυξάνεται με την ηλικία, οι μελέτες δείχνουν ότι ακόμη και χωρίς τις συννοσηρότητες της μεγάλης ηλικίας, ο κίνδυνος κατάγματος παραμένει σημαντικά αυξημένος σε νέους και μεσήλικες με ΣΔτ1. Με άλλα λόγια, η νεαρή ηλικία δεν προστατεύει από το κάταγμα ισχίου στον ΣΔτ1.

Γιατί ο ΣΔτ1 αυξάνει τον κίνδυνο οστεοπόρωσης

Έχουν προταθεί διάφοροι μηχανισμοί, με επικρατέστερους τους εξής:

  • Η υπεργλυκαιμία μπορεί να αυξήσει την απώλεια ασβεστίου στα ούρα και να αναστείλει τον σχηματισμό νέου οστού.
  • Η οστική ανακατασκευή είναι συνήθως χαμηλή. Αυτό, μαζί με το προηγούμενο, σχετίζεται με μειωμένη κορυφαία οστική πυκνότητα, δηλαδή τη μέγιστη οστική πυκνότητα που αποκτά κάποιος μέχρι την ηλικία των 25 ετών περίπου.
  • Τα τελικά προϊόντα προχωρημένης μη ενζυματικής γλυκοζυλίωσης (advanced glycation end products, AGEs) μπορεί να αυξάνουν την ευθραυστότητα των οστών. Γλυκοζυλίωση είναι η βλαβερή αλληλεπίδραση της γλυκόζης με τις πρωτεΐνες του οργανισμού. Από αυτήν προκύπτουν τα AGEs, δηλαδή πρωτεΐνες που χάνουν τις φυσικοχημικές τους ιδιότητες και γίνονται μη λειτουργικές. Οι μεταβολές αυτές είναι μόνιμες και μη αναστρέψιμες, βρίσκονται σε όλους τους ιστούς και σχετίζονται με τις επιπλοκές του διαβήτη.
  • Διαταραχές στη μικροκυκλοφορία των οστών.

Παράγοντες κινδύνου

Οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη οστεοπόρωσης περιλαμβάνουν:

  • Ηλικία: τα κατάγματα ισχίου αυξάνονται σημαντικά μετά τα 70
  • Φύλο: αύξηση των καταγμάτων στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, σε πρώιμη εμμηνόπαυση ή σε αμηνόρροια πολλών μηνών
  • Χαμηλό σωματικό βάρος (δείκτης μάζας σώματος <20 kg/m²)
  • Προηγούμενο κάταγμα χαμηλής βίας (πτώση από το ύψος του σώματος ή χαμηλότερα)
  • Οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης, κυρίως κάταγμα ισχίου σε γονέα
  • Χρήση ορισμένων φαρμάκων, όπως τα γλυκοκορτικοειδή
  • Ανεπαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D
  • Έλλειψη σωματικής άσκησης
  • Κάπνισμα
  • Κατάχρηση οινοπνεύματος και καφεΐνης
  • Κακή γλυκαιμική ρύθμιση

Πώς προλαμβάνεται η οστεοπόρωση στον διαβήτη

Οι στρατηγικές πρόληψης σε άτομα με διαβήτη είναι βασικά ίδιες με εκείνες για τα άτομα χωρίς διαβήτη.

1. Διατροφή

Μια διατροφή πλούσια σε ασβέστιο και βιταμίνη D είναι σημαντική για υγιή οστά. Πηγές ασβεστίου είναι τα γαλακτοκομικά με χαμηλά λιπαρά, τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, οι ξηροί καρποί και τα εμπλουτισμένα με ασβέστιο τρόφιμα και ποτά. Σήμερα κυκλοφορούν πολλά τρόφιμα πλούσια σε ασβέστιο, με χαμηλά λιπαρά και λίγα σάκχαρα. Όταν η διατροφική πρόσληψη είναι χαμηλή, τα συμπληρώματα μπορούν να βοηθήσουν στην κάλυψη των ημερήσιων αναγκών.

Η βιταμίνη D παίζει σημαντικό ρόλο στην απορρόφηση του ασβεστίου από το έντερο και στην υγεία των οστών. Παράγεται στο δέρμα με την έκθεση στο ηλιακό φως, συνήθως όμως χρειάζονται συμπληρώματα για επαρκή ημερήσια πρόσληψη.

Διάφοροι επιστημονικοί οργανισμοί συνιστούν στις γυναίκες άνω των 51 ετών συνολική πρόσληψη ασβεστίου (από τη διατροφή και από συμπληρώματα) 1.000-1.200 mg την ημέρα, χωρίς να ξεπερνούν τα 1.500 mg. Η βιταμίνη D από μόνη της δεν μειώνει τον κίνδυνο κατάγματος, αλλά σε συνδυασμό με συμπληρώματα ασβεστίου μειώνει τα μη σπονδυλικά κατάγματα και τα κατάγματα ισχίου.

Σε άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D μπορούν να χορηγηθούν 25.000-50.000 μονάδες μία φορά την εβδομάδα για 8-12 εβδομάδες, μέχρι να αποκατασταθούν τα επίπεδά της. Στη συνέχεια συνιστάται δόση συντήρησης 800-1.000 μονάδων την ημέρα.

2. Άσκηση

Η άσκηση είναι αποδεδειγμένα βασικός παράγοντας για την καλή σκελετική υγεία. Η τακτική άσκηση βοηθά στην πρόληψη της απώλειας οστού και, ενισχύοντας την ισορροπία και τον μυϊκό τόνο, μειώνει την πιθανότητα πτώσης και κατάγματος. Για τα άτομα με διαβήτη είναι επιπλέον σημαντική, γιατί βοηθά την ινσουλίνη να μειώνει τη γλυκόζη του αίματος.

Οι ασκήσεις πρέπει να επιλέγονται ώστε να δρουν στα σημεία όπου θέλουμε να διατηρήσουμε ή να βελτιώσουμε την οστική μάζα, όπως η σπονδυλική στήλη και το ισχίο. Η αεροβική άσκηση βοηθά στη διατήρηση της οστικής πυκνότητας στη σπονδυλική στήλη και στον καρπό, ενώ οι ασκήσεις μυϊκής ενδυνάμωσης και ισορροπίας μειώνουν την οστική απώλεια.

3. Διακοπή του καπνίσματος και περιορισμός του οινοπνεύματος

Οι μελέτες δείχνουν άμεση σχέση ανάμεσα στο κάπνισμα, ακόμη και σε μικρή ποσότητα, και στη μειωμένη οστική πυκνότητα. Οι γυναίκες που καπνίζουν μπαίνουν συνήθως νωρίτερα στην εμμηνόπαυση, ενώ οι καπνιστές απορροφούν λιγότερο ασβέστιο από τη διατροφή τους.

Και το οινόπνευμα επιβαρύνει την υγεία των οστών. Όσοι πίνουν συστηματικά είναι πιο επιρρεπείς σε απώλεια οστικής μάζας και κατάγματα, λόγω κακής διατροφής αλλά και αυξημένου κινδύνου πτώσεων. Η αποφυγή του καπνίσματος και του οινοπνεύματος βοηθά επίσης στη διαχείριση του διαβήτη.

4. Καλός έλεγχος της γλυκόζης

Οι μελέτες δείχνουν ότι οι επιπλοκές που σχετίζονται με την υπεργλυκαιμία συνδέονται με υψηλότερο κίνδυνο κατάγματος. Χρειάζεται καλός γλυκαιμικός έλεγχος, με ισορροπημένη διατροφή και σωστή διαχείριση της δόσης της ινσουλίνης, ώστε να επιτυγχάνεται η βέλτιστη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη με όσο το δυνατόν λιγότερες υπογλυκαιμίες, αφού οι υπογλυκαιμίες αυξάνουν τον κίνδυνο πτώσεων.

5. Μέτρηση οστικής πυκνότητας

Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας (BMD) μπορεί να διαγνώσει την οστεοπόρωση πριν συμβεί κάταγμα και να προβλέψει τον μελλοντικό κίνδυνο καταγμάτων. Σύμφωνα με τις διεθνείς και τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες, στα άτομα με ΣΔτ1 υπάρχει ένδειξη μέτρησης οστικής πυκνότητας ακόμη και πριν από την ηλικία των 50 ετών.

Υπάρχουν ακόμη πολλά να μάθουμε για τη σχέση του ΣΔτ1 με την οστεοπόρωση. Είναι όμως βέβαιο ότι με τις στρατηγικές που αναφέρθηκαν μπορούμε να μειώσουμε τον κίνδυνο οστεοπόρωσης και καταγμάτων.

Elodi
Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
ένδοκρινολόγος, έπιμελήτρια β΄ τμήματος ένδοκρινολογίας-Διαβήτη και μεταβολισμού, γΝα «κοργιαλένειο-μπενάκειο έ.έ.Σ.»
Δεν υπάρχουν Σχόλια