Βαριατρική Χειρουργική και Διαβήτης: Ύφεση που Διαρκεί 10 Χρόνια

«Βαριατρική χειρουργική: Η απώλεια βάρους φέρνει μακροχρόνια ύφεση του διαβήτη.»

favicon writer
Από
apoleia varous
Highlights
  • Υψηλά ποσοστά ύφεσης: Το 75% των ασθενών πέτυχε πλήρη υποχώρηση του διαβήτη μέσα στον πρώτο χρόνο από τη βαριατρική επέμβαση.
  • Διατήρηση σε βάθος δεκαετίας: Το 55% των χειρουργημένων ασθενών παρέμεινε σε ύφεση ακόμη και 10 χρόνια μετά την επέμβαση.
  • Καθοριστική η μη χρήση ινσουλίνης: Όσοι ασθενείς πέτυχαν μόνιμη ύφεση στη δεκαετία δεν είχαν χρειαστεί ποτέ θεραπεία με ινσουλίνη στο παρελθόν.
  • Παράγοντες πρόβλεψης: Η μικρότερη διάρκεια της νόσου και η απουσία χρήσης ινσουλίνης αποτελούν τους κύριους δείκτες για τη μακροχρόνια επιτυχία της επέμβασης.
  • Ταχεία αρχική απώλεια: Η μεγαλύτερη μείωση βάρους κατά τον πρώτο χρόνο φάνηκε να συνδέεται άμεσα με την καλύτερη πορεία του διαβήτη.

Βαριατρική Χειρουργική και Διαβήτης: Ύφεση που Διαρκεί 10 Χρόνια

Είναι γνωστό ότι η απώλεια σωματικού βάρους συνοδεύεται από βελτίωση της υπεργλυκαιμίας σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Η παρουσία παχυσαρκίας είναι άλλωστε συχνό κλινικό χαρακτηριστικό των ατόμων με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔ2) και η ελάττωση του βάρους μόνιμος θεραπευτικός στόχος. Ωστόσο, σε περιπτώσεις νοσογόνου παχυσαρκίας η διαιτητική προσαρμογή είναι αναποτελεσματική, γεγονός που οδήγησε στην εφαρμογή τεχνικών σμίκρυνσης της επιφάνειας του στομάχου και αλλαγών στο λεπτό έντερο (βαριατρική χειρουργική). Οι χειρουργικές τεχνικές συνήθως συνοδεύονται από βελτίωση του διαβήτη αλλά ο χρόνος που αυτό διαρκεί δεν είναι αποσαφηνισμένο.

Το ερώτημα αυτό επιχείρησε να απαντήσει πρόσφατη προοπτική μελέτη σε 85 ασθενείς με ΣΔ2 που ποτέ δε χρησιμοποίησαν ινσουλίνη ή χρησιμοποίησαν κάποτε. Η μελέτη έγινε στο Πανεπιστήμιο της Πίζα, στην Ιταλία και παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τον Διαβήτη. Άρχισε το 2006 και συμπεριέλαβε παχύσαρκα άτομα με διαβήτη που προγραμματίστηκε να υποβληθούν σε ειδική επέμβαση στο στομάχι με σκοπό την ελάττωση του σωματικού τους βάρους. Η εκτίμηση της κατάστασης της υγείας τους έγινε πριν την εγχείρηση και κάθε 6-12 μήνες μετά την εγχείρηση, για μια περίοδο 10 ετών. Τα 3/4 των ασθενών ήταν γυναίκες. Ως ύφεση του διαβήτη ορίστηκε η επίτευξη τιμής γλυκόζης νηστείας κάτω από 100 mg/dL και γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης κάτω από 5,7%.

Τον πρώτο χρόνο μετά την εγχείρηση το 75% των συμμετεχόντων είχαν επιτύχει τα κριτήρια που όριζαν την ύφεση. Το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 60% των ασθενών τον πέμπτο χρόνο και στο 55% τον δέκατο χρόνο μετά την εγχείρηση.

Από το σύνολο των ασθενών διακρίθηκαν τρεις ομάδες. Την πρώτη ομάδα αποτελούσαν αυτοί οι οποίοι είχαν ύφεση του διαβήτη στα 10 χρόνια, τη δεύτερη αυτοί που επανεμφάνισαν τον διαβήτη και την τρίτη αυτοί που παρά την εγχείρηση διατήρησαν τον διαβήτη. Η απώλεια βάρους και στις τρεις ομάδες, τον δέκατο χρόνο δεν διέφερε στις τρεις αυτές ομάδες.

Ωστόσο, 1 χρόνο μετά την εγχείρηση η ελάττωση ήταν μεγαλύτερη σε αυτούς που παρουσίασαν ύφεση του διαβήτη. Είναι ενδιαφέρον ότι η ομάδα που εμφάνισε ύφεση δεν είχε ποτέ χρησιμοποιήσει ινσουλίνη σε αντίθεση με ποσοστό αυτών που υποτροπίασαν ή δεν απάντησαν στην ελάττωση βάρους.

Από την πολυπαραγοντική στατιστική ανάλυση προέκυψε ότι η διάρκεια του διαβήτη και η χρήση ινσουλίνης ήταν οι μόνοι παράγοντες πρόβλεψης για μακροχρόνια ύφεση.

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Δεν υπάρχουν Σχόλια