Ποιος θα πρέπει να ελεγχθεί για διαβήτη ή προδιαβήτη;
Ανδριανή Βαζαίου, MD, PhD
Παιδίατρος-Διαβητολόγος
Διευθύντρια, Υπεύθυνη Διαβητολογικού Κέντρου
Α΄ Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Π&Α Κυριακού»
Τι είναι ο προδιαβήτης;
Προδιαβήτης είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για άτομα με επίπεδα σακχάρου τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για διαβήτη, έχουν ωστόσο παθολογικές τιμές σακχάρου στη δοκιμασία ανοχής σακχάρου η οποία είναι γνωστή και ως καμπύλη σακχάρου. Πιο συγκεκριμένα έχουν:
- Τιμή σακχάρου νηστείας 100-125 mg/dL ή/και
- Παθολογική ανοχή σακχάρου, δηλαδή τιμή σακχάρου 2 ώρες μετά τη χορήγηση διαλύματος γλυκόζης 140-199 mg/dL ή/και
- Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη 5,7-6,4%.
Ο προδιαβήτης δεν πρέπει να θεωρείται ξεχωριστή κλινική οντότητα, αλλά μάλλον ένας παράγοντας κινδύνου για εμφάνιση διαβήτη στο μέλλον και καρδιαγγειακής νόσου. Άρα, η παρουσία του δεν πρέπει να υποτιμάται γιατί εγκυμονεί μελλοντικό κίνδυνο. Αντίθετα, η έγκαιρη αντιμετώπισή του ενδέχεται να αποτρέψει τον κίνδυνο αυτόν και να παρατείνει τον χρόνο ζωής ενός ατόμου. Ο προδιαβήτης σχετίζεται με παχυσαρκία (ιδιαίτερα κοιλιακή ή σπλαχνική παχυσαρκία, γνωστή και ως ανδρική κατανομή λίπους), με δυσλιπιδαιμία (δηλαδή παθολογικές τιμές λιπιδίων αίματος), με υψηλές τιμές τριγλυκεριδίων ή/και χαμηλή τιμή HDL-χοληστερόλης («καλή χοληστερόλη») και υπέρταση. Η παρουσία προδιαβήτη σημαίνει ότι το άτομο που έχει προδιαβήτη πρέπει να διερευνηθεί άμεσα για καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου.
- Τι είναι ο προδιαβήτης;
- Πότε λέμε ότι ένα άτομο έχει διαβήτη;
- Πότε μια δοκιμασία ανοχής σακχάρου είναι σωστή;
- Ποιοι ενήλικες πρέπει να διερευνώνται για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ή προδιαβήτη;
- Ποια παιδιά ή έφηβοι πρέπει να διερευνώνται για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ή προδιαβήτη;
- Πότε πρέπει τα άτομα με κυστική ίνωση να διερευνώνται για σακχαρώδη διαβήτη;
- Βιβλιογραφία
Πότε λέμε ότι ένα άτομο έχει διαβήτη;
Όταν το άτομο αυτό έχει: - Τιμή γλυκόζης νηστείας 126 mg/dL ή μεγαλύτερη μετά από χορήγηση διαλύματος σακχάρου ή/και - Τιμή σακχάρου 200 mg/dL ή μεγαλύτερη, 2 ώρες μετά από χορήγηση διαλύματος γλυκόζης ή/και - Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ≥6,5% ή/και - Τυχαία τιμή σακχάρου ≥200 mg/dL με συμπτώματα υπεργλυκαιμίας, δηλαδή πολυουρία, πολυδιψία, εύκολη κόπωση, απώλεια βάρους κ. λπ.
Πότε μια δοκιμασία ανοχής σακχάρου είναι σωστή;
Για να είναι σωστή η δοκιμασία ανοχής γλυκόζης θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι το άτομο δε θα κάνει νηστεία τις 3 προηγούμενες ημέρες, αλλά θα λαμβάνει ικανοποιητική ποσότητα υδατανθράκων (τουλάχιστον 150 g ημερησίως). (Οι υδατάνθρακες βρίσκονται στο ψωμί, στις πατάτες, στο ρύζι, στα μακαρόνια, στα φρούτα, στο μέλι, στη ζάχαρη, στο γάλα, στα γλυκά κ. λπ.) Η νηστεία ή ο περιορισμός των υδατανθράκων (π. χ. κετογονικές δίαιτες) μπορεί να αυξήσουν ψευδώς τις τιμές του σακχάρου στη δοκιμασία ανοχής γλυκόζης. Η δοκιμασία δε γίνεται σε περίοδο ασθένειας ή πυρετού. Επιπλέον, επειδή ορισμένα φάρμακα αυξάνουν τα επίπεδα του σακχάρου, όπως η κορτιζόνη, τα διουρητικά, τα φάρμακα που χορηγούνται για την αντιμετώπιση του HIV ή ορισμένα αντιψυχωσικά φάρμακα θα πρέπει να ερωτηθεί ο θεράπων ιατρός ο οποίος θα εκτιμήσει εάν πρέπει να γίνει η δοκιμασία ή όχι, και κάτω από ποιες συνθήκες. Την ημέρα της δοκιμασίας το άτομο πρέπει να είναι νηστικό τουλάχιστον 8-10 ώρες. Μπορεί να πιει νερό πριν από την έναρξη της δοκιμασίας, αλλά όχι κατά τη διάρκεια αυτής. Επίσης, δεν πρέπει να καπνίζει κατά τη διάρκεια της εξέτασης. Η δοκιμασία γίνεται πρωί έως τις 10:00 π. μ. και όχι απογευματινές ώρες. Το τεστ γίνεται σε περιβάλλον ήσυχο και το άτομο δεν πρέπει να μετακινείται κατά τη διάρκεια αυτού. Χορηγείται διάλυμα γλυκόζης 1,75 g/kg. Μέγιστη τιμή 75 g.
Σε ποιες περιπτώσεις δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης για τη διάγνωση του διαβήτη; Όταν υπάρχουν καταστάσεις, οι οποίες επηρεάζουν την τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, όπως κάποιες αιμοσφαιρινοπάθειες (π. χ. δρεπανοκυτταρική αναιμία), το 2ο και 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, η περίοδος της λοχείας, η έλλειψη ενζύμου G6PD, HIV, η αιμοδιάλυση, η πρόσφατη απώλεια αίματος, η μετάγγιση και η θεραπεία με ερυθροποιητίνη, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη για τη διάγνωση του διαβήτη, παρά μόνο οι τιμές του σακχάρου μετά από δοκιμασία ανοχής γλυκόζης.
Ποιοι ενήλικες πρέπει να διερευνώνται για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ή προδιαβήτη;
Σύμφωνα με τα κριτήρια της Αμερικανικής Διαβητολογικής Εταιρείας (ADA) πρέπει να ελέγχονται για προδιαβήτη ή σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) όλοι οι ενήλικες, οι οποίοι είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι (δείκτης μάζας σώματος [ΔΜΣ] ≥25 kg/m2, για τους Ασιάτες ισχύει ΔΜΣ 23 kg/m2) και έχουν έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου από τους παρακάτω:
- Πρώτου βαθμού συγγενείς με διαβήτη
- Εθνότητα υψηλού κινδύνου, π. χ. Αφροαμερικανοί, ή κατάγονται από την Αφρική, Λατίνοι, ιθαγενείς Αμερικής, Ασιάτες, κάτοικοι των νησιών του Ειρηνικού, π. χ. Φιλιππινέζοι
- Ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου
- Υπέρταση (140/90 mmHg ή λαμβάνουν αντιυπερτασική θεραπεία)
- HDL-χοληστερόλη <35 mg/dL ή/και τριγλυκερίδια >250 mg/dL
- Πολυκυστικές ωοθήκες
- Έλλειψη φυσικής δραστηριότητας
- Άλλες κλινικές καταστάσεις που συνοδεύονται από αντίσταση στην ινσουλίνη (π. χ. σοβαρή παχυσαρκία, μελαγχρωστική ακάνθωση (είναι μια σκουρόχρωμη περιοχή στον τράχηλο ή στις μασχάλες σαν λεκές).
Επίσης, άτομα με προδιαβήτη (γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (ΗbA1c) 5,7-6,4%, παθολογική γλυκόζη νηστείας (γλυκόζη μεταξύ 100-125 mg/dL) ή παθολογική ανοχή στη γλυκόζη θα πρέπει να ελέγχονται ετησίως με δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη (καμπύλη σακχάρου). Γυναίκες με διαβήτη κύησης θα πρέπει να ελέγχονται εφ’
Ο προδιαβήτης δεν πρέπει να θεωρείται ξεχωριστή κλινική οντότητα, αλλά μάλλον ένας παράγοντας κινδύνου για εμφάνιση διαβήτη στο μέλλον και καρδιαγγειακής νόσου. Άρα, η παρουσία του δεν πρέπει να υποτιμάται γιατί εγκυμονεί μελλοντικό κίνδυνο.
όρου ζωής, τουλάχιστον κάθε 3 χρόνια. Για όλα τα άτομα ο έλεγχος θα πρέπει να αρχίζει στα 35 χρόνια (η οδηγία αυτή της ADA διαφοροποιείται από εκείνη των προηγουμένων ετών που τοποθετούσε το όριο έναρξης του ελέγχου σε μεγαλύτερη ηλικία). Εάν τα αποτελέσματα του ελέγχου είναι φυσιολογικά, ο έλεγχος θα πρέπει να επαναλαμβάνεται σε διαστήματα ανά 3ετία τουλάχιστον. Μπορεί να χρειαστεί συχνότερος έλεγχος, ανάλογα με τα αρχικά αποτελέσματα και τον κίνδυνο του ατόμου. Άτομα που πάσχουν από ΗΙV θα πρέπει επίσης να ελέγχονται για διαβήτη ή προδιαβήτη.
Ποια παιδιά ή έφηβοι πρέπει να διερευνώνται για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ή προδιαβήτη;
Παιδιά ή έφηβοι (μετά την ηλικία των 10 ετών ή μετά την έναρξη της εφηβείας, οποιοδήποτε από τα δύο παρουσιάζεται νωρίτερα) που είναι υπέρβαροι (έχουν ΔΜΣ ίσο ή μεγαλύτερο της 85ης εκατοστιαίας θέσης για την ηλικία και το φύλο) ή παχύσαρκοι (έχουν ΔΜΣ ίσο ή μεγαλύτερο της 95ης εκατοστιαίας θέσης) θα πρέπει να ελέγχονται για ΣΔτ2 ή προδιαβήτη, εάν έχουν έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω παράγοντες κινδύνου:
- Ιστορικό διαβήτη στη μητέρα ή διαβήτη κύησης
- Οικογενειακό ιστορικό ΣΔτ2 σε συγγενείς πρώτου βαθμού
- Ανήκουν σε εθνότητες υψηλού κινδύνου, όπως ιθαγενείς Αμερικής, Αφροαμερικανοί ή κατάγονται από την Αφρική, Λατίνοι, Ασιάτες ή κάτοικοι των νησιών του Ειρηνικού
- Έχουν σημεία αντίστασης στην ινσουλίνη ή καταστάσεις που σχετίζονται με αντίσταση στην ινσουλίνη, όπως μελαγχρωστική ακάνθωση (βλέπε παραπάνω), υπέρταση, δυσλιπιδαιμία (βλέπε παραπάνω), πολυκυστικές ωοθήκες ή παιδιά που γεννήθηκαν λιποβαρή για την ηλικία κύησης
- Εάν ο έλεγχος είναι αρνητικός, επαναλαμβάνεται κατά διαστήματα 3ετίας ή πιο συχνά, εφόσον ο ΔΜΣ αυξάνεται ή επιδεινώνονται οι παράγοντες κινδύνου, π. χ. αυξάνεται το σωματικό βάρος.
Σημειωτέον, ότι έχουν αναφερθεί περιστατικά ΣΔτ2 και πριν από την ηλικία των 10 ετών.
Πότε πρέπει τα άτομα με κυστική ίνωση να διερευνώνται για σακχαρώδη διαβήτη;
Η κυστική ίνωση είναι μια κληρονομική πάθηση η οποία προκαλεί βλάβη στους πνεύμονες, στο πεπτικό σύστημα και σε άλλα όργανα του σώματος. Η κυστική ίνωση προσβάλλει τα κύτταρα που παράγουν βλέννη, ιδρώτα και πεπτικά υγρά. Τα εν λόγω υγρά είναι συνήθως λεπτόρευστα. Όταν όμως υπάρχει κυστική ίνωση, μια γενετική παραλλαγή κάνει τα υγρά αυτά παχύρευστα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αποβληθούν εύκολα και να φράσσουν τους πόρους των οργάνων του σώματος. Ο σακχαρώδης διαβήτης είναι η πλέον συχνή πάθηση που συνοδεύει την κυστική ίνωση. Το 20% των εφήβων και το 40-50% των ενηλίκων με κυστική ίνωση θα εμφανίσουν σακχαρώδη διαβήτη, ο οποίος οφείλεται στην ανεπαρκή έκκριση ινσουλίνης. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνισή του. Η παρουσία του διαβήτη στα άτομα με κυστική ίνωση σχετίζεται με χειρότερη διατροφική κατάσταση, πιο σοβαρή φλεγμονή των πνευμόνων και μεγαλύτερη θνητότητα. Ήπιες διαταραχές του μεταβολισμού της γλυκόζης είναι συχνές και μπορεί να βρεθούν ακόμη και στα πρώτα χρόνια της νόσου. Δεν έχει διευκρινιστεί κατά πόσον τα άτομα με κυστική ίνωση και παθολογική ανοχή στη γλυκόζη θα πρέπει να λαμβάνουν άμεσα ινσουλίνη.
Οι συστάσεις είναι οι ακόλουθες:
- Ο έλεγχος για σακχαρώδη διαβήτη σε άτομα με κυστική ίνωση αρχίζει μετά την ηλικία των 10 ετών και γίνεται ετησίως με δοκιμασία ανοχής στη γλυκόζη
- Δε συνιστάται η χρήση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης για το screening του διαβήτη στα άτομα με κυστική ίνωση
- Τα άτομα με κυστική ίνωση και σακχαρώδη διαβήτη θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ινσουλίνη για την επίτευξη των γλυκαιμικών τους στόχων
- Ο έλεγχος για διαβητικές επιπλοκές αρχίζει 5 χρόνια μετά την έναρξη του διαβήτη στην κυστική ίνωση.
Βιβλιογραφία
1. American Diabetes Association Professional Practice Committee. 2.
Classification and diagnosis of diabetes: Standards of medical care in diabetes – 2022. Diabetes Care 2022, 45(Suppl 1):S17–S38

