Διαβητική Κετοξέωση: Συμπτώματα, Αιτίες και Πώς να Προστατευτείτε

Προστασία από τη Διαβητική Κετοξέωση (ΔΚΟ): Αίτια, αναγνώριση των συμπτωμάτων, μέτρα πρόληψης και η ζωτική σημασία της συνεπούς ινσουλινοθεραπείας στον ΣΔ1.

diavitiki ketoxeosi 3
Highlights
  • Ορισμός & Επικινδυνότητα: Η ΔΚΟ είναι μια οξεία, απειλητική για τη ζωή επιπλοκή του ΣΔ1 που οφείλεται στην έλλειψη ινσουλίνης και αντιμετωπίζεται πάντα σε νοσοκομείο.
  • Συχνές Αιτίες Εκδήλωσης: Προκαλείται κυρίως από λοιμώξεις, καταστάσεις σωματικού/ψυχικού stress, λήψη φαρμάκων (π.χ. κορτιζόνη) ή παράλειψη/λάθη στη χορήγηση ινσουλίνης.
  • Κλινικά Συμπτώματα: Χαρακτηρίζεται από πολυουρία, πολυδιψία, ναυτία, εμέτους, κοιλιακό άλγος, γρήγορες βαθιές αναπνοές (Kussmaul), απόπνοια οξόνης (μυρωδιά ασετόν/σάπιου μήλου) και διαταραχές συνείδησης.
  • Πρόληψη σε Ημέρες Ασθένειας: Απαιτείται συχνότερος έλεγχος γλυκόζης, επαρκής ενυδάτωση με νερό, προσαρμογή (και ποτέ διακοπή) των δόσεων ινσουλίνης και επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό.
  • Γενικά Μέτρα Προστασίας: Καθοριστικής σημασίας είναι ο ετήσιος εμβολιασμός (γρίπη, πνευμονιόκοκκος), η αποφυγή έντονης έκθεσης στον ήλιο το καλοκαίρι και η συνεχιζόμενη εκπαίδευση του ασθενούς.

Διαβητική Κετοξέωση: Συμπτώματα, Αιτίες και Πώς να Προστατευτείτε

Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔ1) χαρακτηρίζεται από την προοδευτική καταστροφή των νησιδίων του παγκρέατος, με επακόλουθο τη μη παραγωγή ινσουλίνης από τα β-κύτταρα. Το άτομο με ΣΔ1 για την επιβίωσή του λαμβάνει εφ’ όρου ζωής ινσουλίνη είτε με το εντατικοποιημένο σχήμα ενέσεων (χορήγηση μιας μακράς δράσης ινσουλίνης και ≥3 ενέσεις υπερταχείας δράσης ινσουλίνης) είτε με αντλία συνεχούς έγχυσης ταχείας δράσης ινσουλίνης στον υποδόριο ιστό.

Η διαβητική κετοξέωση (ΔΚΟ) αποτελεί μια οξεία μεταβολική επιπλοκή, κυρίως του ΣΔ1, που δημιουργείται λόγω της έλλειψης ινσουλίνης και της υπερέκκρισης ανταγωνιστικών ορμονών ενώ ενέχει σημαντικού βαθμού κίνδυνο ακόμη και για θάνατο, αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα. Χαρακτηρίζεται από εκσεσημασμένη υπεργλυκαιμία, παρουσία αυξημένων επιπέδων κετονικών σωμάτων και μεταβολική οξέωση. Αντιμετωπίζεται πάντα σε νοσοκομειακό περιβάλλον, ενώ η καλή έκβασή της συναρτάται με το πόσο γρήγορα το άτομο με ΣΔ1 αναγνωρίζει τα κλινικά της σημεία – συμπτώματα και μεταβαίνει στο νοσοκομείο προκειμένου να λάβει τη σωστή θεραπεία που δεν είναι άλλη από την κατάλληλη ενδοφλέβια ενυδατική αγωγή, την ινσουλινοθεραπεία, την τακτική λήψη των ζωτικών σημείων-εργαστηριακών εξετάσεων και την αντιμετώπιση του εκλυτικού παράγοντα, εφόσον ανευρεθεί.

Οι συχνότεροι παράγοντες που προδιαθέτουν στην εμφάνιση της ΔΚΟ είναι:


  • Λοιμώξεις, με συχνότερες εκείνες του κατώτερου αναπνευστικού, του γαστρεντερικού και του ουροποιητικού συστήματος
  • Καταστάσεις stress, όπως τραύμα, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, υπερθυρεοειδισμός, κατανάλωση οινοπνεύματος, εγκυμοσύνη, χειρουργικές επεμβάσεις
  • Λήψη φαρμάκων, όπως είναι τα κορτικοστεροειδή και
  • Λάθη ή παραλείψεις κατά την ινσουλινοθεραπεία, όπως μη συμμόρφωση στην αγωγή λόγω φόβου για αύξηση του σωματικού βάρους ή για εκδήλωση υπογλυκαιμίας ή σε περιπτώσεις ψυχικών διαταραχών με κυρίαρχη νόσο την κατάθλιψη, που συχνά συνοδεύει τα άτομα τα οποία πάσχουν από χρόνια νοσήματα.

Η κλινική εικόνα των ασθενών με ΔΚΟ εμφανίζει ετερογενή σημεία και συμπτώματα, γιατί εξαρτάται από τη σοβαρότητα του επεισοδίου. Η τυπική κλινική εικόνα περιλαμβάνει πολυουρία, πολυδιψία, έμετο, ναυτία, αδυναμία, καταβολή, κοιλιακό άλγος και αλλαγές του επιπέδου συνείδησης που μπορεί να φθάσουν έως και στην εκδήλωση κώματος, τις γρήγορες βαθιές αναπνοές (αναπνοή Kussmaul) και την απόπνοια οξόνης που ομοιάζει με τη μυρωδιά σάπιου μήλου ή ασετόν.

Τα άτομα που έχουν ήπια ή μέτριας σοβαρότητας ΔΚΟ έχουν άτυπα συμπτώματα όπως καταβολή, αδυναμία, κεφαλαλγία, θολή όραση, κράμπες στις γαστροκνημίες, ναυτία με συνοδό πολλές φορές έμετο, ανορεξία και κοιλιακό άλγος, κυρίως εντοπιζόμενο στο επιγάστριο. Τα άτομα τα οποία έχουν σοβαρού βαθμού ΔΚΟ συνήθως είναι σε κωματώδη κατάσταση.

Τα άτομα με ΣΔ επιβάλλεται να έχουν στενή ιατρική παρακολούθηση λόγω της χρονιότητας του νοσήματος προκειμένου να αποφευχθούν οι μακροχρόνιες επιπλοκές. Η ΔΚΟ μπορεί να προληφθεί, αν το άτομο με ΣΔ1 και η οικογένειά του έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα.

Περίπου τρεις δεκαετίες στην ιατρική κοινότητα έχει καταστεί σαφές ότι εκτός από τη σωστή ιατρική φροντίδα και τη θεραπευτική αντιμετώπιση του ΣΔ είναι εξίσου σημαντική η εκπαίδευση και η φροντίδα του ΣΔ από το ίδιο το άτομο. Πιο συγκεκριμένα για τον ΣΔ1, οι βασικοί στόχοι της εκπαίδευσης είναι η τεχνική της ένεσης ινσουλίνης, ο προσδιορισμός των υδατανθράκων, ο υπολογισμός των μονάδων ταχείας δράσης ινσουλίνης με βάση τα ισοδύναμα υδατανθράκων, η πρόληψη και η αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας, καθώς και η εκπαίδευση σε καταστάσεις οξείας νόσου. Επίσης, τα τελευταία χρόνια οι νεότερες τεχνολογίες στον διαβήτη όπως είναι οι αντλίες συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης, η συνεχόμενη καταγραφή του σακχάρου και οι νεότεροι μετρητές σακχάρου, απλοποιούν την καθημερινότητα του ατόμου και βελτιώνουν αισθητά την ποιότητα ζωής του.

Η ΔΚΟ, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αποτελεί μια οξεία επιπλοκή του ΣΔ. Είναι πολύ σημαντικό για την ίδια του τη ζωή, το άτομο με ΣΔ να είναι σε θέση να προλάβει την εκδήλωσή της ή να αναγνωρίσει τα σημεία της το συντομότερο δυνατό και να λάβει τη σωστή ιατρική φροντίδα.

Οι βασικοί άξονες για να αποφύγει το άτομο με ΣΔ1 τη ΔΚΟ είναι πρωτίστως να κατανοήσει την παθοφυσιολογία του νοσήματος ότι δηλαδή υπάρχει σχεδόν παντελής έλλειψη ινσουλίνης και η μοναδική θεραπευτική επιλογή που υπάρχει διαθέσιμη είναι η χορήγηση ινσουλίνης εξωγενώς. Δευτερευόντως, το άτομο με ΣΔ1 πρέπει να κατανοήσει ότι σε καταστάσεις stress το σάκχαρο αυξάνεται λόγω της αυξημένης παραγωγής των ανταγωνιστικών της ινσουλίνης ορμονών, δηλαδή της γλυκαγόνης, της αυξητικής ορμόνης και της κορτιζόλης, οπότε τροποποιούνται οι ανάγκες του ατόμου σε μονάδες ινσουλίνης. Επίσης, δεν πρέπει για κανένα λόγο να παραλείπεται η χορήγηση της ινσουλίνης γιατί, με βεβαιότητα, σε λίγες ώρες θα εγκατασταθεί η ΔΚΟ. Η στενή παρακολούθηση του σακχάρου αίματος είναι βασικό εργαλείο στην καθημερινότητά του και, τέλος, πρέπει να υπάρχει τακτική επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό για να επιλύσει τυχόν απορίες ή προβλήματα.

Σε περιπτώσεις οξείας νόσησης που σχεδόν πάντα συνοδεύεται από απορρύθμιση του ΣΔ, πρέπει να γίνεται συχνότερη μέτρηση του σακχάρου, να αυξάνονται οι μονάδες ινσουλίνης, εφόσον κριθεί απαραίτητο και να λαμβάνεται περισσότερο νερό, επειδή η υπεργλυκαιμία προκαλεί αφυδάτωση. Η επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό επιβάλλεται να είναι τακτική και να υπάρχει πάντα δίπλα του εκπαιδευμένο άτομο του οικογενειακού ή του φιλικού του περιβάλλοντος.

Τα άτομα με ΣΔ πρέπει να εμβολιάζονται ετησίως για τη γρίπη, να έχουν εμβολιαστεί για τον πνευμονιόκοκκο και να έχουν πραγματοποιήσει την υπόλοιπη εμβολιαστική κάλυψη όπως αυτή ορίζεται, για τον γενικό πληθυσμό, από το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών Ενηλίκων σύμφωνα με τις οδηγίες του ΚΕΕΛΠΝΟ.

Επίσης, τους καλοκαιρινούς μήνες να μην έχουν έντονη έκθεση στον ήλιο γιατί επάγει σημαντική αφυδάτωση.

Κοινοποιήστε αυτό το Άρθρο
Ειδικευόμενη Ιατρός Παθολογίας Α΄ Παθολογική Κλινική ΓΝΑ «Λαϊκό»
Δεν υπάρχουν Σχόλια